Μίτος
Μίτος
Sep 6, 2021
Πως το Κογιότ Έφερε τη Φωτιά στους Ανθρώπους
Play • 9 min

Οι Καρόκ μας λένε για ένα από τα μεγάλα Μανιτού των Ιθαγενών, το Κογιότ που στην πλειοψηφία των λαών και των φυλών, είναι αυτό που έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους.


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Η ιστορία είναι ευγενική παραχώρηση του: www.firstpeople.us


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Πώς το Κογιότ Έφερε τη Φωτιά Στους Ανθρώπους


Στην αρχή, οι άνθρωποι δεν είχαν φωτιά, Η μόνη φωτιά που υπήρχε ήταν στην κορυφή ενός πανύψηλου και χιονισμένου βουνού που το φύλαγαν τα κακά πνεύματα σκούκαμ. Τα σκούκαμ φοβόντουσαν ότι αν οι άνθρωποι έπαιρναν τη φωτιά θα γινόντουσαν δυνατοί, πιο δυνατοί κι από τους ίδιους. Έτσι τα σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά καλά και δεν τη μοιράζονταν με κανέναν.


Αφού οι άνθρωποι δεν είχαν φωτιά, όλο κρύωναν κι έτρεμαν κι έτρωγαν το φαγητό τους ωμό. Έτσι μια μέρα τους βρήκε και το Κογιότ, μέσα στη μιζέρια και στο κρύο:

Κογιότ, το παρακάλεσαν, πρέπει να μας φέρεις τη φωτιά από το βουνό αλλιώς θα πεθάνουμε όλοι μας από το κρύο.

Θα δω τι μπορώ να κάνω για εσάς, υποσχέθηκε το Κογιότ.


Μόλις ξεπρόβαλλε ο ήλιος το επόμενο πρωί, το Κογιότ ξεκίνησε το δύσκολο και κακοτράχηλο ταξίδι του προς την κορυφή του βουνού όπου τα σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά.


Σαν έφτασε στην κορυφή του βουνού είδε ότι κάτι γερασμένες και ρυτιδιασμένες αδερφές σκούκαμ φυλούσαν τη φωτιά με βάρδιες. Όσο μια καθόταν και φύλαγε τη φωτιά οι άλλες δυο έτρωγαν και κοιμόντουσαν σ΄ ένα καλυβάκι εκεί κοντά. Όταν έφτανε η ώρα να αλλάξουν σκοπιά, αυτή που ήταν στη φωτιά πήγαινε στο καλυβάκι και φώναζε: “Αδερφή μου, σήκω κι έλα στη φωτιά!”.


Την αυγή, η σκούκαμ που είχε φυλάξει τη φωτιά όλο το προηγούμενο βράδυ, είχε πιαστεί από το καθισιό και το κρύο κι έτσι περπατούσε στο χιόνι μέχρι την καλύβα πολύ αργά: “Αυτή είναι η ευκαιρία μου να πάρω λίγη από τη φωτιά”, σκέφτηκε το Κογιότ. Ήξερε όμως καλά πως θα το κυνηγούσαν και παρόλο που τα σκούκαμ ήταν γέρικα ήταν γρήγοροι και δυνατοί δρομείς. Έκατσε τότε για να καταστρώσει ένα σχέδιο.


Το Κογιότ σκέφτηκε και σκέφτηκε, μα δεν μπορούσε να κατεβάσει καμιά ιδέα. Τότε σκέφτηκε να ρωτήσει τις τρεις αδερφές του που ζούσαν μέσα στην κοιλιά του με τη μορφή μύρτιλων. Αυτές ήταν πολύ σοφές και σίγουρα θα το συμβούλευαν σωστά.


Αρχικά οι αδερφές του αρνήθηκαν να το βοηθήσουν: “Αν σε συμβουλέψουμε”, το μάλωσαν, “εσύ αμέσως θα πεις ότι ήξερες από την αρχή πως αυτό έπρεπε να κάνεις”. Το Κογιότ τότε θυμήθηκε πως οι αδερφές του φοβόντουσαν το χαλάζι και σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό: “Χαλάζι! Χαλάζι! Πέσε τώρα από τον ουρανό!”. Οι αδερφές του αμέσως άρχισαν να το παρακαλούν φοβισμένες: “Αχ όχι, μην κάνεις το χαλάζι να πέσει! Θα σου πούμε ό,τι θελήσεις να μάθεις!”.


Οι τρεις τους τότε είπαν στο Κογιότ πώς να κλέψει τη φωτιά από το βουνό και να την κατεβάσει μέχρι κάτω στους ανθρώπους. Μόλις τελείωσαν να του εξηγούν τι έπρεπε να κάνει, εκείνο γύρισε και τους είπε: “Αυτό σχεδίαζα να κάνω από την αρχή”.


Το Κογιότ επισκέφτηκε τότε τα ζώα. Τα μάζεψε όλα μαζί, όπως του είχαν πει να κάνει οι αδερφές του και είπε στην Αντιλόπη, στην Αλεπού, στη Νυφίτσα, στον Κάστορα και στον Σκίουρο να πάνε να στηθούν σε συγκεκριμένα σημεία της βουνοπλαγιάς. Όταν όλοι είχαν πάρει τις θέσεις τους, σχημάτιζαν μια μακριά γραμμή από την κορυφή του βουνού μέχρι το χωριό των ανθρώπων.


Το Κογιότ ανέβηκε για άλλη μια φορά στην κορυφή του βουνού και περίμενε να ξημερώσει. Η γριά σκούκαμ που φύλαγε σκοπιά είχε δει το Κογιότ με την άκρη του ματιού της, αλλά νόμισε πως απλά ήταν ένα ζώο που περιπλανιόταν γυρεύοντας τροφή.


Με την αυγή, η γριά σκούκαμ σηκώθηκε αργά από τη θέση της μπροστά στη φωτιά και αργά άρχισε να περπατά προς την καλύβα και, όταν έφτασε στην πόρτα, φώναξε: “Αδερφή, σήκω κι έλα να φυλάξεις τη φωτιά”.


Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το Κογιότ βγήκε από τους θάμνους. Άρπαξε ένα κομμάτι φωτιά και άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέσα στο χιόνι. Ευθύς, τα τρία σκούκαμ το πήραν στο κυνήγι. Ήταν τόσο κοντά του που του πεταγόταν χιόνι και πάγος στα μάτια έτσι που στροβιλίζονταν μέσα στην οργή τους. Το Κογιότ έτρεχε όπως δεν είχε τρέξει ποτέ στη ζωή του. Πηδούσε πάνω από ρωγμές στον πάγο και κατρακύλησε τη μισή διαδρομή σαν χιονόμπαλα, μα τα σκούκαμ ήταν πάντα ξοπίσω του. Τόσο κοντά του ήταν που οι φλογερές τους ανάσες τσουρούφλισαν την ουρά του.


Μόλις το Κογιότ έφτασε σε μια συστάδα δέντρων, από μέσα από την κρυψώνα του ξεπήδησε το Κούγκαρ, του πήρε τη φωτιά και άρχισε κι αυτό με τη σειρά του να τρέχει, ενώ το Κογιότ σωριάστηκε χάμω από την κούραση. Το Κούγκαρ έτρεξε μέχρι τα ψηλά δέντρα όπου και έδωσε τη φωτιά στην Αλεπού. Η Αλεπού έτρεξε με όλη της τη δύναμη μέχρι την πυκνή χαμηλή βλάστηση όπου και έδωσε τη φωτιά στον Σκίουρο. Ο Σκίουρος βάλθηκε να πηδά από δέντρο σε δέντρο, από κλαδί σε κλαδί και τα σκούκαμ, που δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο, πήγαν να τον πιάσουν στην άκρη του δάσους, όταν θα έβγαινε. Μα εκεί περίμενε η Αντιλόπη που είναι το πιο γρήγορο από όλα τα ζώα και σαν πήρε τη φωτιά άρχισε να διασχίζει την πεδιάδα με τρομερή ταχύτητα. Το ένα μετά το άλλο, όλα τα ζώα έφεραν τη φωτιά με τα σκούκαμ πάντα να τα ακολουθούν.


Τέλος, όταν από την κλεμμένη φωτιά είχε μείνει πια μόνο ένα λαμπερό κάρβουνο, το πήρε ο Βάτραχος. Εκείνος το κατάπιε και άρχισε να χοροπηδά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Παραλίγο να τον πιάσουν τα σκούκαμ, μα ο Βάτραχος τότε πήδησε μέσα στη λίμνη και κολυμπώντας έφτασε στην αντίπερα όχθη. Το νεότερο από τα σκούκαμ, μ΄ έναν πήδο είχε ήδη φτάσει απέναντι και περίμενε να φτάσει και ο Βάτραχος. Ο Βάτραχος το είδε και μόλις πάτησε στη γη, πήδησε ανάμεσα από τα πόδια του σκούκαμ και του ξέφυγε. Τότε έφτυσε το κάρβουνο πάνω στο Ξύλο και το Ξύλο το κατάπιε. Τα τρία σκούκαμ έμειναν να κοιτούν σαστισμένα το Ξύλο μιας και δεν είχαν ιδέα πώς να του πάρουν τη φωτιά. Ανήμπορα να κάνουν κάτι, πήραν σιγά σιγά τον δρόμο της επιστροφής μέχρι τη φωτιά τους στην κορυφή του βουνού.


Το Κογιότ κάλεσε όλα τα ζώα να μαζευτούν γύρω από το Ξύλο. Ήταν βλέπετε πολύ σοφό και ήξερε πώς να πάρει τη φωτιά από το Ξύλο. Έδειξε στα ζώα πώς να τρίψουν δυο ξυλαράκια μεταξύ τους μέχρι να δουν σπίθες. Στη συνέχεια τους έδειξε πώς να φτιάχνουν ροκανίδια, να τα μπερδεύουν με ξερά κλαδιά και να τα συνδυάζουν με αυτές τις σπίθες. Έτσι έφτιαξαν μια μικρή φωτιά. Όταν τους εξήγησε μάλιστα πώς να φέρνουν σιγά σιγά όλο και μεγαλύτερα κλαδιά και πευκοβελόνες, η φωτιά έγινε μεγαλύτερη.


Έτσι έμαθαν και οι άνθρωποι πώς να βγάζουν τη φωτιά από το Ξύλο. Τώρα μαγείρευαν τα φαγητά τους, ζέσταιναν τα σπίτια τους και δεν ξανακρύωσαν ποτέ.



See acast.com/privacy for privacy and opt-out information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu