Μίτος
Μίτος
Jul 31, 2021
Οι Χρυσές Παντόφλες
Play • 21 min

Η Σταχτοπούτα ήταν Ουκρανή. Αμέ, παρόλο που οι Γκριμμ εμπνεύστηκαν από πολύ πιο βάναυσα Γοτθικά παραμύθια και μας παρουσίασαν την ιστορία που ξέρουμε όλοι σήμερα, η πηγή της είναι από την Ουκρανία και είστε έτοιμοι να την μάθετε κι εσείς!


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κακομεταχείριση.


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Οι Χρυσές Παντόφλες


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριά. Ο γέρος είχε μια κόρη και η γριά είχε μια κόρη. Είπε η γριά στον γέρο: “Τράβα και αγόρασε μια αγελαδίτσα να τη δώσεις στην κόρη σου να έχει κάτι να φροντίζει”. Κι ο γέρος πήγε στο τοπικό πανηγύρι και αγόρασε μια αγελαδίτσα.


Η γριά, ενώ παραχάιδευε τη δικιά της κόρη και την κακομάθαινε, ήταν απότομη και σκληρή με την κόρη του γέρου. Εκείνη όμως ήταν φιλότιμο και εργατικό παιδί, ενώ η κόρη της γριάς οκνηρή και ακαμάτα. Δεν έκανε τίποτα άλλο από το να κάθεται όλη μέρα με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της. Μια μέρα η γριά είπε στην κόρη του γέρου: “Άκου εδώ κόρη σκύλου, τράβα γρήγορα να βοσκίσεις την αγελάδα σου! Και πάρε και αυτό το λινάρι. Να το ξεμπερδέψεις και να το τυλίξεις γύρω από την ανέμη, έπειτα να το ασπρίσεις και να μου το φέρεις έτοιμο σαν γυρίσεις το βράδυ”. Το κορίτσι χωρίς κουβέντα πήρε το λινάρι κι έφυγε για να βοσκήσει την αγελάδα της.


Βρήκε ένα καλό σημείο όπου η αγελάδα άρχισε να μασουλά το τρυφερό χορτάρι μα το κορίτσι έκατσε κατάχαμα κι άρχισε να κλαίει. Η αγελάδα ανήσυχη, γύρισε προς το μέρος της και τη ρώτησε:

Πες μου γλυκό μου κορίτσι, τι σε κάνει και κλαις έτσι;

Αλίμονο! Πώς να μην κλαίω; Η μητριά μου μου έδωσε αυτό το λινάρι και με πρόσταξε να το ξετυλίξω, να το περάσω στην ανέμη, έπειτα να το γνέσω, να το ασπρίσω και να της το έχω έτοιμο ύφασμα μέχρι το βράδυ.

Μην χαλάς την καρδιά σου παιδί μου, της είπε τρυφερά η αγελάδα, και όλα θα πάνε καλά. Ξάπλωσε και κοιμήσου τώρα.


Η κόρη του γέρου ξάπλωσε και κοιμήθηκε και σαν ξύπνησε, το λινάρι είχε ξετυλιχθεί, είχε περαστεί στην ανέμη, είχε ξασπρίσει και ήταν έτοιμο ύφασμα! Έτσι γύρισε με την αγελάδα της πίσω στο σπίτι κι έδωσε στη μητριά της το ύφασμα. Εκείνη το πήρε και το έκρυψε για να μη μάθει κανείς ότι είχε καταφέρει τη δουλειά που της είχε αναθέσει.


Την επόμενη μέρα, η γριά είπε στη δική της κόρη: “Αγαπημένη μου κορούλα, πάρε την αγελαδίτσα και βγάλε την έξω να βοσκήσει. Να, πάρε και αυτό το λινάρι. Να το ξετυλίξεις, να το περάσεις στην ανέμη, να το ασπρίσεις και να το γνέσεις να γίνει ύφασμα. Όταν με το καλό τελειώσεις, γύρνα σπίτι και φέρτο μου”. Η κόρη της γριάς πήγε με την αγελάδα παραδίπλα και την άφησε να βοσκήσει. Εκείνη ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε στο δροσερό γρασίδι και ούτε που πήγε να μουσκέψει το λινάρι στο ρυάκι. Το σούρουπο πήρε την αγελάδα και γύρισε σπίτι της δίνοντας στη μάνα της το λινάρι όπως το είχε πάρει:

Αχ μαμά, πονούσε πολύ το κεφάλι μου όλη μέρα και ο ήλιος έκαιγε και δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ, πόσο μάλλον να πάω να βρέξω το λινάρι στο ρυάκι.

Δεν πειράζει παιδί μου, της είπε η γριά. Πήγαινε να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς και το αφήνουμε για άλλη μέρα.


Σαν ξημέρωσε το επόμενο πρωί, η γριά πήγε στο κρεβάτι της κόρης του γέρου και της είπε: “Σήκω αμέσως κόρη σκύλου και πάρε την αγελάδα να την πας να βοσκήσει. Πάρε και αυτό το λινάρι και ξεμπέρδεψέ το, πέρασέ το στην ανέμη, ξάσπρισέ το, βάλε το στο αδράχτι και μέχρι το βράδι να το γνέσεις σε ύφασμα!”. Το κορίτσι πήρε την αγελάδα και το λινάρι και περπάτησε μέχρι που βρήκε ένα καλό λιβάδι για να βοσκήσει την αγελάδα. Μετά πήγε και έκατσε κάτω από μια ιτιά, πέταξε το λινάρι στο έδαφος δίπλα της και άρχισε να κλαίει γοερά. Η αγελάδα την πλησίασε και τη ρώτησε:

Πες μου, γλυκό μου κορίτσι, τι σε κάνει και κλαις τόσο;

Πώς να μην κλαίω, της είπε το κορίτσι και της μετέφερε τις προσταγές της μητριάς της.

Έλα, μην κλαις, είπε τότε η αγελάδα. Εσύ κοιμήσου και όλα θα πάνε καλά.


Το κορίτσι ξάπλωσε και κοιμήθηκε αμέσως. Το σούρουπο που ξύπνησε είδε στο πλάι της το λινάρι μεταμορφωμένο στο πιο φίνο ύφασμα που είχε δει ποτέ της, έτοιμο να κοπεί και να ραφτεί! Επέστρεψε σπίτι της με την αγελάδα και έδωσε το ύφασμα στη μητριά της.


Η γριά είπε τότε από μέσα της: “Μα πως γίνεται αυτή η κόρη σκύλου να κάνει τη δουλειά αυτή τόσο εύκολα; Μάλλον η αγελάδα έχει βάλει το χεράκι της, είμαι σίγουρη. Εγώ όμως θα βάλω τέλος σε αυτό, κόρη σκύλου, ακούς;” και πήγε και βρήκε τον γέρο:

Πατέρα και κεφαλή του σπιτιού, σφάξε την αγελάδα και κόψε την κομμάτια, εξαιτίας της η κόρη σου δεν κάνει τίποτα για να βοηθήσει στις δουλειές!

Εντάξει, θα τη σφάξω, απάντησε εκείνος.


Η κόρη του όμως, που τα άκουσε όλα αυτά, έτρεξε και πήγε στον στάβλο όπου και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ. Σαν την άκουσε, η αγελαδίτσα την πλησίασε και τη ρώτησε:

- Πες μου, καλό μου κορίτσι, τι συνέβη και κλαις τόσο;

Μα πώς να μην κλαίω, είπε με αναφιλητά το κορίτσι, που έρχονται να σε σφάξουν;

Μη θρηνείς παιδί μου, της είπε ήρεμα η αγελάδα, και όλα θα πάνε καλά. Σαν με σφάξουν, πες στη μητριά σου να σου δώσει τα σωθικά μου να τα πλύνεις. Μέσα τους θα βρεις έναν σπόρο καλαμποκιού. Φύτεψε τον και από αυτόν θα μεγαλώσει μια πανέμορφη ιτιά. Ό,τι κι αν θελήσεις να πας να το ζητήσεις από αυτή την ιτιά και αμέσως η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί.


Ο γερο-πατέρας της κοπέλας, έσφαξε λοιπόν την αγελάδα κι εκείνη πήγε στη μητριά της και της είπε:

Σας παρακαλώ μητέρα, δώστε μου τα σωθικά της αγελάδας να τα πλύνω.

Σάμπως θα άφηνα κανέναν άλλον εκτός από εσένα να κάνει τέτοια βρωμοδουλειά; απάντησε χαιρέκακα η γριά και της έδωσε την άδεια.


Η κόρη του γέρου πήρε τα σωθικά της αγελάδας και τα έπλυνε και να! όπως της είχε πει η αγελάδα, βρήκε και τον σπόρο καλαμποκιού εκεί. Τον φύτεψε δίπλα στη βεράντα του σπιτιού βαθιά μέσα στη γη και τον πότισε. Μόλις σηκώθηκε το επόμενο πρωί, ο σπόρος είχε ήδη γίνει ολόκληρη ιτιά και στον ίσκιο των κλαδιών της είχε ξεπηδήσει μια πηγή με κρυστάλλινο νερό που όμοιό του δεν υπήρχε σε ολάκερο το χωριό! Ήταν δροσερό και καθαρό σαν πάγος.


Σαν έφτασε και η Κυριακή, η γριά με παρακάλια και τεχνάσματα έπεισε την κόρη της να σηκωθεί και να πάει μαζί της στην εκκλησία για τη λειτουργία. Στην κόρη του γέρου όμως είπε: “Εσύ να μείνεις εδώ βρωμοκόριτσο και να φροντίσεις τη φωτιά. Να την έχεις διαρκώς αναμμένη και να ετοιμάσεις το δείπνο μας. Να καθαρίσεις το σπίτι στην εντέλεια και να ντυθείς με τα καλά σου, αφού πρώτα πλύνεις όλα μας τα ρούχα. Να τα βρω όλα έτοιμα όταν γυρίσω από την εκκλησία και αν και μία από αυτές τις δουλειές δεν έχει ολοκληρωθεί τότε αποχαιρέτα αυτόν τον κόσμο!”.


Έτσι, η γριά και η κόρη της πήγαν στην εκκλησία και η έξυπνη κόρη του γέρου έμεινε πίσω να φροντίζει τη φωτιά. Στη συνέχεια ετοίμασε το φαγητό και πήγε έξω στην ιτιά: “Ιτιά μου, ιτιά μου, βγες από τον κορμό σου! Κυρά Άννα, εμφανίσου που σε καλώ!”. Η ιτιά τότε έκανε το καθήκον της και τινάζοντας τα φύλλα της, έβγαλε από μέσα της μια αρχοντική κυρά:

Καλό μικρό κορίτσι, γλυκό μου παιδί, τι μπορώ να κάνω για εσένα; ρώτησε η γυναίκα την κόρη του γέρου.

Αχ δώσε μου να φορέσω καλά ρούχα και φτιάξε μου και μια άμαξα να πάω κι εγώ μέχρι τον οίκο του Θεού!


Στη στιγμή το κορίτσι ήταν ντυμένο με μεταξωτά ρούχα, φορούσε χρυσά παντοφλάκια ενώ μια άμαξα ήρθε και την πήγε μέχρι την εκκλησία.


Μόλις πέρασε το κατώφλι της εκκλησίας, άρχισαν τα μουρμουρητά και όλοι έλεγαν: “Πω πω πω! Ποια είναι αυτή; Μην είναι καμιά πριγκίπισσα ή βασίλισσα; Ομορφιά σαν και του λόγου της δεν έχουμε ξαναδεί στα μέρη μας!”. Τύχαινε εκείνη την ημέρα ο νεαρός Τσάρος να κάνει περιοδεία στους τόπους του και είχε βρεθεί σ΄ εκείνη την εκκλησία να παρακολουθήσει τη λειτουργία. Μόλις είδε την κοπέλα, η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Στεκόταν εκεί σαν στήλη άλατος και δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Όλοι οι αξιωματικοί και οι αυλικοί του τη θαύμασαν και την ερωτεύτηκαν στη στιγμή. Μα κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Μόλις τελείωσε η λειτουργία, ήταν η πρώτη που αποχώρησε. Σαν έφτασε σπίτι της, έβγαλε αμέσως τα φορέματα, έβαλε τα κουρέλια που φορούσε πριν κι έκατσε δίπλα στο παράθυρο να κοιτά τον κόσμο που γυρνούσε από την εκκλησία.


Γύρισε τότε και η μητριά της με την κόρη της:

Είναι έτοιμο το φαγητό; ρώτησε απότομα.

Ναι, έτοιμο είναι.

Έπλυνες τα ρούχα που σου είπα;

Ναι, τα έπλυνα κι αυτά.


Έκατσαν τότε όλοι στο τραπέζι να φάνε και άρχισαν να μιλούν για την όμορφη κοπέλα που είχε εμφανιστεί νωρίτερα στην εκκλησία: “Ο γιος του Τσάρου, αντί να προσεύχεται καθόταν και την κοίταζε σαν χάνος, τόσο όμορφη ήταν”, είπε η γριά και στη συνέχεια γύρισε στην κόρη του γέρου και της είπε: “Όσο για σένα κόρη σκύλου, μπορεί να ράβεις πουκάμισα και να κάνεις το λινάρι ύφασμα, αλλά δεν είσαι παρά μια βρωμιάρα και τέτοια θα είσαι πάντα!”.


Την επόμενη Κυριακή, η γριά έντυσε με τα καλά της την κόρη της και πήγανε οι δυο τους στην εκκλησία. Πριν φύγει όμως, είπε στην κόρη του γέρου: “Εσύ βρωμιάρικο πλάσμα να μείνεις να κρατήσεις τη φωτιά αναμένη!” και στη συνέχεια της ανέθεσε αμέτρητες δουλειές να κάνει. Εκείνη έκανε όλες τις δουλειές και σαν τελείωσε, πήγε στην ιτιά έξω από το σπίτι και της είπε: “Ιτιά μου με την αστραφτερή σου την πηγή, ιτιά μου καλή, άλλαξε, μεταμορφώσου!”. Μέσα από τον κορμό της ιτιάς ξεπήδησαν τότε περισσότερες μεγαλόπρεπες καλλονές: “Καλό μικρό κορίτσι, γλυκό μου παιδί, τι μπορούμε να κάνουμε για εσένα;”. Η κόρη του γέρου τους είπε τι ήθελε και οι καλλονές της έδωσαν ένα πανέμορφο φόρεμα, της έβαλαν χρυσά παπούτσια στα πόδια και την έστειλαν στην εκκλησία καβάλα σε μια πολυτελή άμαξα. Ο νεαρός Τσάρος ήταν πάλι εκεί με την ελπίδα να ξαναδεί εκείνη που του είχε κλέψει την καρδιά. Σαν η κοπέλα πέρασε την πόρτα της εκκλησίας, τα πόδια του νεαρού Τσάρου κοκάλωσαν και έμεινε να την κοιτά με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. Οι παρευρισκόμενοι τότε άρχισαν να μουρμουρίζουν: “Μα κανείς δεν ξέρει ποια είναι; Πώς δεν ξέρουμε ποια είναι αυτή η πανώρια κοπέλα;” και άρχισαν να ρωτούν ο ένας τον άλλο: “Εσύ ξέρεις ποια είναι”, “Γιατί, ξέρεις εσύ;” και τότε ο γιος του Τσάρου διέκοψε το σούσουρο λέγοντας: “Όποιος μου πει ποια είναι αυτή η κοπέλα θα του δώσω ένα σακί γεμάτο χρυσά φλουριά!”. Τότε άρχισαν όλοι να συζητούν μεταξύ τους και να στίβουν το μυαλό τους και να ανατρέχουν στις μνήμες τους, αλλά πάλι τίποτα. Ο γιος του Τσάρου όμως, είχε μαζί του κι έναν γελωτοποιό που πάντα ήταν στο πλευρό του και πάντα, όταν ο νεαρός ήταν θλιμμένος, έκανε πως ξεφλούδιζε κάπαρη και τον διασκέδαζε. Πλησίασε τον νεαρό Τσάρο και γελώντας του είπε:

Χαχα! Ξέρω πώς θα μάθουμε ποια είναι η κοπέλα!

Μα πώς; ρώτησε ο νεαρός.

Θα σου πω, χιχι! συνέχισε ο γελωτοποιός. Να πας να αλείψεις με πίσσα το σημείο που πάει συνήθως και στέκεται. Οι χρυσές της οι παντόφλες τότε θα κολλήσουν. Στη βιασύνη της να φύγει σαν τελειώσει - χαχα - η λειτουργία, θα τις αφήσει πίσω.


Ο νεαρός Τσάρος έδωσε αμέσως εντολή να αλειφθεί το πάτωμα, εκεί που συνήθως στεκόταν η κοπέλα, με πίσσα. Έτσι, την επόμενη φορά που ήρθε η πανέμορφη κοπέλα στην εκκλησία, με το τέλος της λειτουργίας βιάστηκε να φύγει και οι χρυσές τις παντόφλες έμειναν κολλημένες στην πίσσα. Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα φουστάνια της και έβαλε τα συνηθισμένα της κουρέλια. Έπειτα έκατσε στο περβάζι και περίμενε να γυρίσουν και οι υπόλοιποι από την εκκλησία.


Έκατσαν όλοι τους στο τραπέζι και το μόνο που συζητούσαν ήταν πως ο γιος του Τσάρου είχε ερωτευθεί κεραυνοβόλα τη μυστήρια όμορφη κοπέλα που κανείς δεν ήξερε ποια ήταν. Η μητριά παράλληλα με το κουτσομπολιό, εκτόξευε και προσβολές στην κόρη του γέρου μιας και πάλι είχε κάνει όλες τις δουλειές που της είχε αναθέσει στην εντέλεια.


Ο νεαρός Τσάρος τώρα είχε πέσει σε βαθιά μελαγχολία μην μπορώντας να βρει την εκλεκτή της καρδιάς του. Ο ίδιος ο Τσάρος έστειλε διάγγελμα σε όλο το βασίλειο να βρεθεί η κάτοχος των χρυσών παντοφλών, αλλά με κανένα αποτέλεσμα. Στη συνέχεια έστειλε τους συμβούλους του απ’ άκρη σ’ άκρη να τη βρουν: “Αν δεν τη βρείτε”, τους είπε, “να ξέρετε ότι μπορεί αυτό να είναι το τέλος του παιδιού μου και άρα και το δικό σας το τέλος”.


Οι σύμβουλοι του Τσάρου σκορπίστηκαν σε όλο το βασίλειο μετρώντας τα πόδια κάθε κοπέλας που έβρισκαν μπροστά τους, μιας και αυτή θα γινόταν η μέλλουσα σύζυγος του γιου του Τσάρου. Πήγαν σε όλα τα σπίτια που κατοικούσαν ευγενείς, πλούσιοι, έμποροι, πριγκίπισσες και αρχοντοπούλες, αλλά τίποτα. Τα πόδια όλων τους ήταν είτε πολύ μικρά είτε πολύ μεγάλα. Είπαν τότε να δοκιμάσουν και τις αγροικίες και τα καλύβια.


Μετρούσαν και μετρούσαν, πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα μέχρι που τόσο πια είχαν κουραστεί που δεν ήθελαν να ξαναδούν άλλο πόδι ούτε ζωγραφιστό! Έτσι μπουχτισμένοι που ήταν, είδαν μια όμορφη ιτιά που κάτω από τα κλαδιά της υπήρχε μια πηγή: “Ας πάμε να ξεκουραστούμε στη σκιά εκεί”, συμφώνησαν. Πήγαν λοιπόν κι έκατσαν στη σκιά της ιτιάς, ενώ σύντομα βγήκε από το σπίτι και η γριά:

Έχεις κόρη μητέρα; τη ρώτησαν οι σύμβουλοι.

Ναι έχω κόρη, τους απάντησε η γριά.

Μία ή δυο;

Υπάρχει κι άλλη μία εδώ, αλλά δεν είναι κόρη μου. Είναι ένα μίζερο πλάσμα εντελώς άχρηστο, δεν θα της έδινα καμία σημασία στη θέση σας.

Καλά καλά, είπαν τότε οι σύμβουλοι του Τσάρου, θα έρθουμε να μετρήσουμε και των δυο τα πόδια να δούμε αν μπαίνουν σε αυτές τις χρυσές παντόφλες.

Αχ, τι καλά! αναφώνησε η γριά και μπήκε πάλι σπίτι της.


Φώναξε την κόρη της και της είπε: “Πήγαινε αμέσως πάνω να σουλουπωθείς και να πλύνεις καλά τα πόδια σου”, ενώ στην κόρη του γέρου, που δεν ήταν ούτε πλυμένη μα ούτε αξιοπρεπώς ντυμένη, είπε τραβώντας την πίσω από την ξυλόσομπα: “Εσύ κόρη σκύλου κάτσε εδώ και μην το κουνήσεις!”. Μπήκαν στο σπίτι τότε οι σύμβουλοι του Τσάρου έτοιμοι για το μέτρημα. Η γριά είπε στην κόρη της: “Δείξε μας το καλοφτιαγμένο σου ποδαράκι κορούλα μου!”, μα μόλις το πόδι της πλησίασε τη χρυσή παντόφλα, ήταν προφανές ότι δεν της έκανε καθόλου. Οι σύμβουλοι τότε ρώτησαν τη γριά:

Μητέρα, πού είναι η άλλη σου κόρη;

Α, αυτή η ακαμάτα, αυτή δεν είναι ούτε καν ντυμένη!

Ασχέτως, απάντησαν αυστηρά οι σύμβουλοι, πού είναι;


Δειλά, η κόρη του γέρου, βγήκε από πίσω από τον φούρνο και η γριά της φώναξε: “Άντε βιάσου άχαρο πλάσμα!”. Μόλις οι σύμβουλοι φόρεσαν μια από τις παντόφλες στα πόδια της κόρης του γέρου, της ταίριαξε απόλυτα και οι σύμβουλοι κατενθουσιασμένοι και όλο χαρά ευχαρίστησαν τον Κύριο:

Λοιπόν μητέρα, θα πάρουμε την κόρη σου μαζί μας, στον Τσάρο.

Πώς! ούρλιαξε η γριά. Θα πάρετε μαζί σας αυτό το απόβρασμα; Θα γίνετε ο περίγελος της κοινωνίας!

Όπως και να χει… απάντησαν οι σύμβουλοι.

Μα πώς μπορεί μια τιποτένια σαν κι εσένα να γίνει η γυναίκα του νεαρού τσάρου, τσίριξε η γριά και έπιασε την κόρη του γέρου από το χέρι και δεν την άφηνε.

Μα πρέπει να έρθει μαζί μας, άρχισαν να τραβούν από την άλλη οι σύμβουλοι, πήγαινε να ντυθείς κοπέλα μου!

Περιμένετε όλοι σας μια στιγμή, είπε ήρεμα το κορίτσι και ελευθερώθηκε κι από τους δύο. Θα πάω να ετοιμαστώ όπως πρέπει.


Πήγε στην πηγή κάτω από την ιτιά και πλύθηκε και ντύθηκε και γύρισε μπροστά σε όλους πιο όμορφη από ποτέ, μόνο στα παραμύθια υπάρχει τέτοια ομορφιά. Σαν μπήκε στο φτωχικό της σπίτι έλαμπε σαν τον ήλιο και η μητριά της είχε μείνει άναυδη.


Οι σύμβουλοι την έβαλαν στην άμαξά τους και την πήγαν μέχρι το παλάτι του Τσάρου. Μόλις ο γιος του την είδε μπροστά του, το χρώμα ξαναγύρισε στα μάγουλά του και αδημονώντας είπε στον πατέρα του: “Βιάσου πατέρα μου! Δώσε μας την ευλογία σου!”. Και ο Τσάρος τους έδωσε αμέσως την ευλογία του και οι δυο τους παντρεύτηκαν. Οργάνωσαν τρανό φαγοπότι στο οποίο όλοι ήταν καλεσμένοι. Έζησαν ευτυχισμένοι κι έτρωγαν ψωμί κριθαρένιο μέχρι το τέλος της ζωής τους.



Our GDPR privacy policy was updated on August 8, 2022. Visit acast.com/privacy for more information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu