Μίτος
Μίτος
Jul 19, 2021
Το Λευκό Ελάφι
Play • 18 min

Μια πολύ γνώριμη λαϊκή ιστορία αλλά από την άλλη άκρη της Ευρώπης, η Λετονία μας φέρνει ένα από τα πιο γνωστά της παραμύθια, που σαν πολλά άλλα μας διδάσκει να αφήνουμε τη φύση και τα ζωάκια της στην ησυχία τους!


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Το Λευκό Ελάφι


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν δυο αδέρφια δυνατά όσο οι βελανιδιές δίπλα στο ποτάμι. Μια μέρα ο πατέρας τους, τους ρώτησε: “Σκεφτείτε και πείτε μου ειλικρινά ποια τέχνη θέλετε να ακολουθήσετε στη ζωή σας”.


Τα δυο αδέρφια στην αρχή κούνησαν τα κεφάλια τους αρνητικά και δεν απάντησαν στον γερο-πατέρα τους. Στο τέλος όμως, μετά από πολύ σκέψη, του είπαν: “Η αλήθεια είναι ότι μας φαίνεται καλή η ιδέα να δουλέψουμε σαν ξυλουργοί. Θα προτιμούσαμε όμως να γίνουμε κυνηγοί και να πιάνουμε χήνες και αγριόπαπιες”.


Ο πατέρας τους, που τους άκουσε προσεκτικά, έδωσε στον καθένα τους από ένα τόξο, μια φαρέτρα με βέλη και ένα καλό κυνηγόσκυλο. Τους πήγε μέχρι την είσοδο του σπιτιού και τους έστειλε στο καλό με τις ευχές του.


Έτσι τα αδέρφια βγήκαν στον κόσμο. Σύντομα βρέθηκε στο δρόμο τους ένα σμήνος αγριόπαπιες, αλλά όσο κι αν προσπάθησαν να χτυπήσουν έστω και μία με τα βέλη τους, δεν κατάφεραν να πετύχουν καμία. Συνέχισαν να περπατούν και μετά από λίγο κατάλαβαν ότι είχαν προχωρήσει πολύ βαθιά σ΄ ένα πυκνό δάσος και πως δεν ήξεραν πώς να βγουν. Είδαν ότι οι προμήθειες τους ήταν λίγες, αλλά ενθάρυναν ο ένας τον άλλον και συμφώνησαν να μην απογοητευτούν ό,τι κι αν συμβεί.


Λίγο παρακάτω, τα αδέρφια είδαν δυο αντιλόπες. Σήκωσαν τα τόξα τους να τις χτυπήσουν και οι αντιλόπες με ανθρώπινες φωνές τους παρακάλεσαν: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε αμέσως στο πλευρό σας”. Τα αδέρφια δεν τις σκότωσαν και συνέχισαν τον δρόμο τους μέσα στο δάσος.


Μπροστά τους βρέθηκαν δυο λύκοι. Τα αδέρφια πάλι έβγαλαν τα τόξα τους να τους σκοτώσουν και οι λύκοι τους μίλησαν και τους είπαν: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε ευθύς στο πλευρό σας”. Τα αδέρφια άφησαν τους λύκους να ζήσουν και προχώρησαν.


Δυο λαγοί πέρασαν από δίπλα τους και τα αδέρφια τους σημάδεψαν με τα όπλα τους. Μα οι λαγοί σταμάτησαν και είπαν στα αδέρφια: “Μην μας σκοτώσετε και όταν μας χρειαστείτε, εμείς θα βρεθούμε ευθύς στο πλευρό σας”. Και οι δυο κατέβασαν τα τόξα τους και τώρα πια καθένας τους είχε τρεις πιστούς φίλους του δάσους, μία αντιλόπη, έναν λύκο κι έναν λαγό, χώρια τα πιστά τους σκυλιά.


Προχώρησαν και προχώρησαν στο δάσος ώσπου βρέθηκαν μπροστά σ΄ ένα σταυροδρόμι που χώριζε τον δρόμο στα δύο. Τα αδέρφια μάλωσαν για λίγο ποιον από τους δυο δρόμους να πάρουν, αλλά στο τέλος συμφώνησαν ότι καλύτερο θα ήταν να χωριστούν και ο καθένας να ακολουθήσει διαφορετικό δρόμο. Πριν χωριστούν κάρφωσαν τα μαχαίρια τους στο δέντρο που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου. Έτσι, όποιο από τα αδέρφια επέστρεφε πρώτο σε αυτό το σημείο θα κοιτούσε το μαχαίρι και θα καταλάβαινε πολλά για την τύχη του άλλου. Αν το μαχαίρι ήταν ακόμη κοφτερό και η λεπίδα του γυάλιζε αυτό θα σήμαινε ότι όλα πήγαιναν καλά. Αν όμως το μαχαίρι είχε σκουριάσει αυτό θα σήμαινε πως το παλικάρι χρειαζόταν τη βοήθεια του αδερφού του. Έδωσαν τα χέρια και χωρίστηκαν, ο ένας πήρε τον αριστερό δρόμο και άλλος τον δεξί.


Ο μεγαλύτερος αδερφός περπάτησε για μια ολόκληρη μέρα και δεν συνάντησε τίποτα ενδιαφέρον. Και τη δεύτερη μέρα τα ίδια, δεν συνάντησε σχεδόν τίποτε στον δρόμο του. Την τρίτη μέρα όμως είδε μπροστά του ένα περίτεχνο κάστρο. Η πρόσοψη και οι τοίχοι του ήταν χτισμένοι από ξύλο έλατου και ο πυργίσκος του χανόταν μέσα στα σύννεφα, τόσο ψηλός ήταν. Αν και γύρω δεν υπήρχε ψυχή, στο περβάζι ενός παράθυρου πρόβαλε μια δεσποσύνη:

Πες μου όμορφη κυρά, της φώναξε ο μεγαλύτερος αδερφός, πού έχουν εξαφανιστεί όλοι;

Πήγαν να πιάσουν το Λευκό Ελάφι, αλλά τώρα πια έχουν μεταμορφωθεί όλοι τους σε πέτρες και βράχους. Ήταν κι ο πατέρας μου ένας από αυτούς.

Μην ανησυχείς άλλο κυρά μου. Αυτοί πήγαν χωρίς τους σωστούς βοηθούς. Κοίτα όμως πόσους βοηθούς έχω εγώ! Αυτοί θα με οδηγήσουν στο Λευκό Ελάφι και θα σώσω τον πατέρα σου.


Ο άθλος δεν φαινόταν και τόσο δύσκολος, αλλά …… υπομονή, η ιστορία συνεχίζεται.


Μόλις ο μεγαλύτερος αδερφός έκανε ένα βήμα προς την πύλη του κάστρου, μπροστά του πετάχτηκε το Λευκό Ελάφι που άρχισε να απομακρύνεται τρέχοντας με τρομερή ταχύτητα. Αμέσως το πήρε στο κατόπι με την αντιλόπη, τον λύκο, τον λαγό και το σκυλί του να ακολουθούν. Το Ελάφι όμως είχε γίνει άφαντο και το μόνο που φαινόταν ήταν μια αχνάδα εκεί όπου το είχε δει. Συνεχίζοντας να τρέχει προς την κατεύθυνση που είχε πάρει το Ελάφι, ο μεγάλος αδερφός συνάντησε μια γριά να κάθεται δίπλα στη φωτιά στη μέση του δάσους. Το παλικάρι την πλησίασε και λαχανιασμένος τη ρώτησε:

Μπορώ να κάτσω κι εγώ δίπλα σου να ζεσταθώ;

Ναι, κάτσε, δεν μ΄ ενοχλείς. Να χαϊδέψω λίγο τα ζωντανά σου; Δεν θα τα πειράξω.

Αμέ, εμπρός.


Μόλις η γριά άγγιξε τα ζώα όλα τους, μαζί και ο μεγαλύτερος αδερφός έγιναν πέτρα.


Εντωμεταξύ, ο μικρότερος αδερφός περιπλανήθηκε μέσα στο δάσος για μέρες μέχρι που βρέθηκε σ΄ ένα Βασίλειο. Πήγε κι έπιασε δουλειά να βόσκει τα πρόβατα του Βασιλιά.


Δεν πέρασε και πολύς καιρός και μεγάλη συμφορά βρήκε το βασίλειο. Ένας τρομερός δράκος βγήκε από τη θάλασσα και απαίτησε να του δοθούν οι τρεις κόρες του Βασιλιά να τις φάει. Είπε ότι να δεν τον υπακούσουν, τότε με την ουρά του, θα χτυπήσει τη θάλασσα και θα σηκωθεί πελώριο κύμα που θα τους πνίξει όλους και θα βυθίσει όλες τις πόλεις του Βασιλείου.


Ο Βασιλιάς ήταν απαρηγόρητος. Έβγαλε διάγγελμα ότι όποιος σκότωνε τον δράκο θα έπαιρνε τη μικρότερη του κόρη για γυναίκα. Έστειλε αγγελειοφόρους να διαδώσουν το μήνυμα, αλλά δεν βρέθηκε κανείς αρκετά θαρραλέος να το τολμήσει. Ο Βασιλιάς τότε άρχισε να κλαίει και να θρηνεί τον επερχόμενο χαμό των θυγατέρων του, αλλά τα δάκρυα και οι λυγμοί δεν βοηθούσαν σε τίποτα. Το επόμενο κιόλας πρωί η μεγαλύτερη κόρη του Βασιλιά θα παραδινόταν στον δράκο ως γεύμα.


Ο μικρός αδερφός έμαθε κι αυτός τα νέα και δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο η πριγκίπισσα έπρεπε ντε και καλά να γίνει το πρωινό του δράκου. Όλη εκείνη την ημέρα βόσκησε τα πρόβατα μα σαν ήρθε το σούρουπο, αυτός και τα ζώα του, σφηρηλάτισαν ένα τρανό ξίφος. Το ξημέρωμα της μέρας που θα πήγαινε η μεγαλύτερη κόρη του Βασιλιά στον δράκο, το κάρο που την μετέφερε, πέρασε μπροστά από τα λιβάδια όπου ο μικρότερος αδερφός έβοσκε το κοπάδι του:

Ε, εσύ εκεί, πού πας; ρώτησε τον οδηγό του κάρου.

Στον δράκο πάω, πού αλλού; Γιατί βοσκέ, μήπως θέλεις εσύ να μετρήσεις πόσα δόντια έχει ο δράκος;

Γιατί όχι; απάντησε ο μικρότερος αδερφός και ακολούθησε το κάρο.


Ο οδηγός του κάρου σταμάτησε εκεί που έσκαγε το κύμα. Η πριγκίπισσα κατέβηκε κλαίγοντας και παρακαλώντας τον να τη βοηθήσει. Μα ο οδηγός γρήγορα γύρισε το κάρο να φύγει λέγοντας πως ήταν άοπλος και δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος του τον δράκο.


Η θάλασσα τότε μαύρισε και το τρομερό τέρας ξεπρόβαλε από τα νερά με τα τρία του κεφάλια. Τα ζώα του μικρότερου αδερφού του επιτέθηκαν αμέσως και το παλικάρι πήδηξε στην πλάτη ενός αλόγου και μ΄ ένα χτύπημα έκοψε και τα τρία κεφάλια του δράκου. Στη συνέχεια έκοψε τις γλώσσες και τις καταχώνιασε στο ταγάρι του. Δεν είπε ούτε λέξη και επέστρεψε γρήγορα στο κοπάδι του.


Ο οδηγός του κάρου τότε, θέλοντας να φανεί ότι αυτός είναι ο ήρωας, είπε στην πριγκίπισσα: “Είδες; Σε σώσαμε! Αλλά μην σου ξεφύγει σε κανέναν ότι ήταν εδώ και ο βοσκός αλλιώς θα σε σκοτώσω. Αν σε ρωτήσει ο πατέρας σου, εσύ να του πεις: “Ο οδηγός με πήγε μέχρι το κύμα και μ΄ έφερε πίσω, αυτόν να ανταμείψεις.’” Η πριγκίπισσα, μην έχοντας άλλη επιλογή, συμφώνησε μιας και ήθελε να παραμείνει ζωντανή.


Την επόμενη κιόλας ημέρα βγήκε από τη θάλασσα ένας άλλος δράκος, αυτή τη φορά με έξι κεφάλια και απαίτησε να φάει τη μεσαία κόρη του βασιλιά. Ο ίδιος οδηγός πήγε την πριγκίπισσα μέχρι την ακροθαλασσιά και ο βοσκός τους ακολούθησε. Για άλλη μια φορά ήταν εκείνος που έσωσε τη ζωή της πριγκίπισσας κόβοντας και τα έξι κεφάλια του τέρατος, έπειτα τους έκοψε τις γλώσσες και τις έβαλε κι αυτές στο ταγάρι του.


Την τρίτη μέρα, ο οδηγός κατέβασε και τη μικρότερη κόρη του βασιλιά στην παραλία, περνώντας δίπλα από τον νεαρό βοσκό, ο οποίος για τρίτη φορά ακολούθησε το κάρο. Η θάλασσα σκοτείνιασε και από μέσα βγήκε ένα εννιακέφαλο τέρας. Τα πιστά ζώα του βοσκού έπεσαν πάνω στο θηρίο, ενώ ο νεαρός έκοψε και τα εννέα κεφάλια μ΄ ένα χτύπημα. Η πριγκίπισσα γρήγορα τότε πήγε και έδωσε το δαχτυλίδι της στον νεαρό βοσκό όταν ο οδηγός του κάρου είχε αλλού στραμμένη την προσοχή του. Ο νεαρός τότε έσκυψε και έκοψε τις εννιά γλώσσες του δράκου και χωρίς να πει λέξη, λες κι έτσι έπρεπε να γίνει, επέστρεψε στο κοπάδι του.


Ο οδηγός απείλησε και τη μικρότερη κόρη του βασιλιά λέγοντας: “Είδες; Σε σώσαμε! Μην τολμήσεις όμως να πεις σε κανέναν ότι ήταν εδώ και ο βοσκός αλλιώς θα σκοτώσω και εσένα και τις αδερφές σου. Αν σε ρωτήσει ο Βασιλιάς, να του πεις “Ο οδηγός με πήγε μέχρι τη θάλασσα και μ΄ έφερε πίσω, αυτόν να ανταμείψεις’.” Η μικρότερη πριγκίπισσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπακούσει τον οδηγό του κάρου.


Ο Βασιλιάς ήταν τρομερά ικανοποιημένος. Αγκάλιασε τον οδηγό και του είπε: “Έσωσες και τις τρεις μου κόρες από βέβαιο θάνατο. Άκου τώρα πώς θα σε ανταμείψω: θα πάρεις την μικρότερη κόρη μου για γυναίκα σου και το μισό μου Βασίλειο για προίκα!”. Και οι ετοιμασίες για τον γάμο άρχισαν αμέσως, σε τρεις μέρες κιόλας ο πριγκίπισσα θα παντρευόταν τον οδηγό. Τι απέγινε όμως με τον νεαρό βοσκό; Α, αυτός φόρτωσε το ταγάρι του στον ώμο και κατευθύνθηκε προς το παλάτι.


Μόλις τον είδε μπροστά της η μικρότερη πριγκίπισσα, ανακοίνωσε στον πατέρα της: “Εγώ θα παντρευτώ όποιον έχει το δαχτυλίδι μου, γιατί αυτός μας έσωσε και τις τρεις από τους δράκους”. Ο οδηγός τότε έδωσε στην πριγκίπισσα ένα κύπελλο με κρασί. Εκείνη ήπιε μια γουλιά και το πέρασε στον βοσκό, όπως ήταν το έθιμο. Ο βοσκός, περίμενε να στρέψει αλλού το βλέμμα του ο οδηγός και έριξε το δαχτυλίδι της πριγκίπισσας μέσα στο κύπελλο με το κρασί. Είπε τότε η πριγκίπισσα στον βασιλιά: “Αυτός είναι λοιπόν που μας έσωσε!”. Αλλά ο Βασιλιάς δεν την πίστεψε:

Μιας και το δαχτυλίδι μου δεν είναι αρκετή απόδειξη, για να δούμε ποιος έχει τις γλώσσες από τα κεφάλια των δράκων!

Έλα, είπε ο Βασιλιάς στον οδηγό, δείξε μας τις γλώσσες των δράκων να τελειώνουμε, όπου να ‘ναι ξεκινά η τελετή του γάμου σας.


Αλλά πού να βρει τις γλώσσες των δράκων ο οδηγός, αφού δεν τις είχε; Έτσι παρέμεινε σιωπηλός. Αρπάζοντας την ευκαιρία ο βοσκός πλησίασε τον Βασιλιά και την κόρη του και τους παρουσίασε και τις δεκαοκτώ γλώσσες των δράκων. Αμέσως ο Βασιλιάς διέταξε να ντύσουν τον νεαρό βοσκό με τα καλύτερα ρούχα και να τον ετοιμάσουν για τον γάμο με την μικρότερη κόρη του. Όσο για τον πονηρό και ύπουλο οδηγό, αυτός εξορίστηκε απ΄ όλες τις πόλεις και τα χωράφια του Βασιλείου. Έτσι, ο μικρότερος αδερφός παντρεύτηκε την μικρότερη κόρη του Βασιλιά και πήρε το μισό Βασίλειο για προίκα.


Μια μέρα όμως αποφάσισε να πάει να δει εκείνη τη γέρικη βελανιδιά όπου είχε δει τελευταία φορά τον αδερφό του. Πήγε και είδε πως το μαχαίρι του αδερφού του ήταν σκουριασμένο μέχρι τη λαβή. Κατάλαβε ότι ο αδερφός του βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο και παρόλο που δεν ήθελε να αφήσει πίσω τη νεαρή του νύφη, ο μικρότερος αδερφός φώναξε στο πλευρό του την αντιλόπη, τον λύκο, τον λαγό και το σκυλί του και κίνησε να τον βρει.


Ταξίδεψε και ταξίδεψε ώσπου συνάντησε ένα περίτεχνο κάστρο του οποίου η πρόσοψη και οι τοίχοι του ήταν από έλατο κι ο πυργίσκος του ήταν τόσο ψηλός που χανόταν μέσα στα σύννεφα. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω παρά μόνο μια δεσποσύνη που στεκόταν στο περβάζι ενός παράθυρου:

Πες μου ωραία δεσποσύνη, πού έχουν εξαφανιστεί όλοι;

Πήγαν να πιάσουν το Λευκό Ελάφι, αλλά τώρα όλοι τους έχουν μεταμορφωθεί σε πέτρες και βράχους. Πέρασε κι άλλος ένας κυνηγός από εδώ που έψαχνε κι αυτός το Λευκό Ελάφι.

Μα αυτός πρέπει να είναι ο αδερφός μου! είπε ο μικρότερος αδερφός. Πρέπει να τον βρω και να τον σώσω!


Ο άθλος δεν φαινόταν και τόσο δύσκολος, αλλά……. υπομονή, η ιστορία μας έχει συνέχεια.


Ο νεαρός πλησίασε την πύλη του κάστρου και με τρομερή ταχύτητα πέρασε από μπροστά του το Λευκό Ελάφι. Άρχισε τότε να το ακολουθεί με τα πιστά του ζώα στο πλευρό του. Μα το ελάφι δεν είχε αφήσει κανένα ίχνος, παρά μόνο μια αχνάδα από εκεί που μόλις είχε περάσει. Προχωρώντας προς το δάσος, ο μικρότερος αδερφός είδε μια γριά να κάθεται και να ζεσταίνεται δίπλα στη φωτιά της. Την πλησίασε και της είπε:

Πες μου γιαγιάκα, τι είναι όλες αυτές οι πέτρες και οι βράχοι τριγύρω;

Θα σου πω, αλλά πρώτα κάτσε να χαϊδέψω λίγο τα ζώα σου, δεν θα τα πειράξω, του απάντησε εκείνη.

Α όχι! Μπορεί εσύ να είσαι πονηρή σαν αλεπού, αλλά κι εγώ δεν είμαι χαζός ξέρεις. Βλέπεις πόσο αιχμηρό είναι το ξίφος μου;

Αυτές οι πέτρες ήταν κάποτε άνθρωποι, είπε τότε φοβισμένη η γριά, και αυτοί οι βράχοι ζώα. Βρίσκεται και ο αδερφός σου ανάμεσά τους.

Πες μου αμέσως πώς να σπάσω τα μάγια, αλλιώς θα μάθεις ακριβώς πόσο αιχμηρό είναι αυτό το ξίφος!

Τη βλέπεις τη φωτιά; είπε γονατίζοντας από φόβο η μάγισσα. Πάρε τη στάχτη και ρίξε τη πάνω στις πέτρες και στους βράχους.


Έτσι και έκανε ο μικρότερος αδερφός. Πράγματι, οι πέτρες ξανάγιναν άνθρωποι και μάλιστα αρκετοί να γεμίσουν ολόκληρο Βασίλειο! Ήταν και ο Βασιλιάς τους ανάμεσά τους. Να και ο μεγάλος αδερφός του με τα πιστά του ζώα, τα οποία όλα μαζί όρμησαν στη γριά μάγισσα και αυτό ήταν το τέλος της.


Πόση χαρά και ανακούφιση υπήρχε παντού! Ο Βασιλιάς έδωσε στον μεγαλύτερο αδερφό την κόρη του για γυναίκα η οποία, μιας και τώρα είχαν διαλυθεί και δικά της μάγια, μπορούσε πια να φύγει από το κάστρο. Ο μικρότερος αδερφός επέστρεψε πίσω στην πριγκίπισσά του κι έζησαν ευτυχισμένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους.


Και τι συνέβη στο Λευκό Ελάφι;

Ακούστε προσεκτικά και θα μάθετε. Μόλις η γριά μάγισσα πέθανε, το Λευκό Ελάφι σκόνταψε και έπεσε πάνω σε μια κουφάλα δέντρου λύνοντας έτσι και τα μάγια που η γριά είχε κάνει σε αυτό! Από εκείνη την ημέρα έτρεχε ελεύθερο στο δάσος και δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν.



See acast.com/privacy for privacy and opt-out information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu