Μίτος
Μίτος
Jul 2, 2021
Η Ανιέτε και ο Γοργόνος
Play • 9 min

Αν πάει κανείς στην Κοπεγχάγη και κοιτάξει κάτω από τη γέφυρα Højbro, θα δει ένα άγαλμα (ή μάλλον πολλά) παιδιών κάτω από το νερό με τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό. Αν κοιτάξουμε και καλύτερα, θα δούμε κι έναν άνδρα εκεί επίσης να παρακαλά. Αυτή η παραδοσιακή μπαλάντα από τη Δανία, μας λέει τι συνέβει μεταξύ της Ανιέτε και του Γοργόνου.


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


Τραγούδι: Virelai - Agnete og Havmanden (https://youtu.be/-aL2VCf7oR4)


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Η Ανιέτε και ο Γοργόνος


Η Ανιέτε είχε βγει να κάνει βόλτα στην ακροθαλασσιά όταν ένας γοργόνος παρουσιάστηκε μπροστά της από τα βάθη της θάλασσας. Από όσο ξέρουμε, αυτός ο γοργόνος ήταν πολύ όμορφος. Ζήτησε από την Ανιέτε να τον ακολουθήσει στον βυθό και εκείνη δέχτηκε με τον όρο να την πάει ο ίδιος. Ο γοργόνος τότε της έκλεισε τα αυτιά και το στόμα και την πήρε μαζί του στον βυθό της θάλασσας.


Μετά από κάμποσο καιρό, κοντά οκτώ χρόνια, η Ανιέτε άκουσε τις καμπάνες της εκκλησίας να σημαίνουν και ρώτησε τον γοργόνο αν θα μπορούσε να πάει στη λειτουργία. Εκείνος της είπε πως ναι, μπορούσε αλλά θα έπρεπε να γυρίσει σύντομα κοντά στα παιδιά της. Της είπε επίσης ότι δεν έπρεπε να λύσει τα μαλλιά της, να μιλήσει στη μητέρα της και να γονατίσει κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Έπειτα, της έκλεισε τα αυτιά και το στόμα και την έβγαλε στην επιφάνεια.


Όταν η Ανιέτε βρέθηκε στην εκκλησία, μάθετε πως και τα μαλλιά της έλυσε και στη μητέρα της μίλησε και γονάτισε στη λειτουργία. Η μητέρα της τη ρώτησε πού ήταν τόσα χρόνια και η Ανιέτε της είπε πως ζούσε με τον γοργόνο και είχαν επτά παιδιά μαζί. Της είπε μάλιστα πως ο γοργόνος της είχε κάνει δώρο ένα χρυσό δαχτυλίδι και άλλα πολλά δώρα.


Μόλις το είπε αυτό, ο γοργόνος εμφανίστηκε στην εκκλησία και όλες οι εικόνες των αγίων γύρισαν προς τον τοίχο. Ο γοργόνος ήταν πολύ συγχισμένος και είπε στην Ανιέτε ότι τα παιδιά της έκλαιγαν διαρκώς και τη ζητούσαν και της ζήτησε να γυρίσει πίσω μαζί του.


Αυτή η κλασική μπαλάντα όμως τελειώνει με την Ανιέτε να του λέει πως δεν την ένοιαζε καθόλου που τα παιδιά της έκλαιγαν, πως δεν τα σκεφτόταν καθόλου ούτε καν αυτό που ήταν ακόμη πολύ μωρό μέσα στην κούνια…


Η Ανιέτε στέκεται στην ψηλή τη γέφυρα

τα πουλιά μας κελαηδούν -

Και από τα γαλάζια κύματα ήρθε ο γοργόνος

Αγαπημένη Ανιέτε -


Τα μαλλιά του ήταν σαν από ατόφιο χρυσάφι

Και τα μάτια του τόσο γοητευτικά


“Άκουσε με Ανιέτε, καλή κι ευγενική!

Θα γίνεις η αγαπημένη μου;”


“Ω ναι, ειλικρινά, θα γενώ

Αν με πάρεις μαζί σου κάτω από τα γαλάζια κύματα”


Της έκλεισε τ’αυτιά, της έκλεισε το στόμα

Την οδήγησε στον πάτο του ωκεανού


Στον πάτο του ωκεανού, εκεί είναι το σπίτι του

Εκεί η Ανιέτε περπατά με τα κόκκινα της τα παπούτσια


Εκεί ήταν οι δυο τους για οκτώ χρόνια

Επτά γιους και μια κόρη έχει η Ανιέτε με τον γοργόνο


Δίπλα στην κούνια καθόταν και τραγουδούσε η Ανιέτε

Όταν άκουσε τις Αγγλικές καμπάνες να ηχούν


Πήγε η Ανιέτε και στάθηκε μπροστά στον γοργόνο

“Μπορώ μόνο αυτή τη φορά να πάω κι εγώ στην εκκλησιά;”


“Ω ναι, ειλικρινά, μπορείς να πας

Αν γυρίσεις πίσω στα μικρά σου τα παιδιά”.


“Ναι, στα σίγουρα και θα γυρίσω,

Τίποτα δεν αγαπώ στον κόσμο όσο αυτά”.


“Μα σαν θα πας στην εκκλησιά

Να μην φορέσεις το χρυσό σου δαχτυλίδι


Σαν θα φτάσεις στην αυλή της

Μην αφήσεις τα ξανθά σου τα μαλλιά ελεύθερα


Και σαν ανέβεις τα σκαλοπάτια της

Μην πας εκεί που βρίσκεται η μάνα σου


Σαν ο παπάς πει για τον άγιο

Εσύ να μη γονατίσεις”.


Μα σαν πήγε εκείνη στην εκκλησιά

Όλα τα χρυσά της φόρεσε


Στην αυλή της μόλις μπήκε

Ελευθέρωσε τα ξανθά της τα μαλλιά


Τα σκαλοπάτια μόλις πέρασε

Δίπλα στη μάνα της πήγε κι έκατσε


Και μόλις ο παπάς είπε για τον άγιο

Γονάτισε κάτω χαμηλά


Κοντά κοντά η μάνα της, την πήρε και την ρώτηξε:

“Ανιέτε! Ανιέτε! Από που μας έρχεσαι;


Ανιέτε! Ανιέτε! Γλυκιά μου κόρη κι απαλή!

Που σε είχαμε χάσει τόσον καιρό;


Πού σε είχαμε χάσει τόσον καιρό;

Και πού έγιναν έτσι λευκά τα μαγουλάκια σου;”


“Στον βυθό της θάλασσας κατοικώ

Εκεί δόθηκα στον γοργόνο


Εκεί ο ευγενής ήλιος δεν λάμπει

Και έτσι, λευκά έχουν γίνει τα μαγουλάκια μου


Επτά γιούς του έχω κάνει

Και η όγδοη η κόρη του είναι τόση δα μικρή”.


“Τι σου έδωσε ο γοργόνος για την τιμή σου;

Όταν σε πήρε νύφη του, τι πήρες;”


“Μου ‘δωσε πέντε χρυσά δαχτυλίδια

Με ρόδα και κρίνα σκαλιστά


Μου έδωσε βραχιόλια από κόκκινο χρυσάφι

Τέτοια στα χέρια τους δεν έχουν ούτε βασίλισσες


Μου έδωσε παπούτσια με χρυσές πόρπες

Τέτοια στα πόδια τους δεν φορούν ούτε βασίλισσες


Και μου έδωσε και μια χρυσή άρπα

Να τραγουδώ τον πόνο μου


Αλλά τώρα θα μείνω στην πράσινη ξηρά

Δεν θα ξαναπάω στον βυθό της θάλασσας”.


Οι δυο τους νόμισαν πως ήτανε μονάχες

Αλλά ο γοργόνος στεκόταν εκεί και όλα τα είχε ακούσει


Ο γοργόνος πέρασε την πόρτα της εκκλησιάς

Και όλα τα εικονίσματα του γύρισαν την πλάτη


Τα μαλλιά του ήταν σαν από ατόφιο χρυσάφι

Και τα μάτια του τόσο δακρυσμένα


“Ανιέτε! Ανιέτε! Έλα στη θάλασσα μαζί μου!

Τα μικρά σου τα παιδιά σε ζητούν”.


“Άσε τα να με ζητούν και να με αναζητούν!

Δεν θα ξαναγυρίσω πια σε αυτά”.


“Σκέψου τα μικρά! Σκέψου τα μεγάλα!

Μα πιο πολύ σκέψου το μικρότερο στην κούνια του!”


“Όχι, ποτέ δεν θα ξανασκεφτώ ούτε τα μικρά ούτε τα μεγάλα

Και πιο λίγο απ’ όλα θα σκεφτώ το μικρότερο στην κούνια του”.


Ο γοργόνος σήκωσε το τρανό του δεξί του χέρι:

“Κατήφεια και σκοτάδι σε ολόκληρο τον τόπο αυτό!”


Το ζοφερό σύννεφο του σκότους

Έκρυψε όλον τον τόπο και την πόλη


Η Ανιέτε περπατά τυφλωμένη

Τον δρόμο της δεν μπορεί να βρει


Ήθελε στο πράσινο να περπατήσει

Όταν κατέβηκε στον βυθό της θάλασσας


Ήθελε στης μάνας της να φτάσει

Όταν κατηφόρισε προς τα βαθιά


“Καλωσήρθες Ανιέτε, κάτω από τα γαλάζια κύματα!

Ποτέ ξανά δεν θα πατήσεις το πόδι σου στην πράσινη γη


Ποτέ ξανά δεν θα πατήσεις το πόδι σου στην πράσινη γη

Και ποτέ σου δεν θα ματαδείς τα μικρά σου τα παιδιά


Μόνο εδώ θα κάθεσαι, στην γκρίζα αυτή πέτρα

Όπου θα παίζεις με τα κόκκαλα των νεκρών


Θα σου αφήσω όμως τη χρυσή αυτή άρπα

Για να παίζεις τον θλιμμένο σου σκοπό”.


Αυτά ακούει κανείς μέσα στο πράσινο το δάσος

τα πουλιά μας κελαηδούν -

Η Ανιέτε παίζει την άρπα της από τον βυθό της θάλασσας

Αγαπημένη Ανιέτε -



Our GDPR privacy policy was updated on August 8, 2022. Visit acast.com/privacy for more information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu