Μίτος
Μίτος
Jun 28, 2021
Η Χρυσή Ρίζα
Play • 24 min

Αυτή τη φορά από την περιοχή της Λομπαρντίας, οι Ιταλοί έχουν μια ιστορία για την περιέργεια και τη συγχώρεση, με άφθονη ποιητική διάθεση.


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει έντονες σκηνές βίας, βρεφοκτονία, αυτοκτονία


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org, ηχητικά εφέ φλογέρων από τον χρήστη klankbeeld


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Η Χρυσή Ρίζα


Ο άνθρωπος που είναι περίεργος και θέλει να μάθει περισσότερα απ’όσα του πρέπουν, πάντα κρατά μαζί του το σπίρτο που θα ανάψει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη της μοίρας του. Και ο άνθρωπος που χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων, πολύ συχνά χάνει τις δικές του. Γενικά, ο άνθρωπος που σκάβει τρύπες για να βρει θησαυρό τελικά ανοίγει το χάσμα στο οποίο ο ίδιος θα πέσει - αυτό συνέβη και στην κόρη του κηπουρού όπως θα μάθουμε παρακάτω.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κηπουρός που, όσο σκληρά κι αν δούλευε, δεν κατάφερνε να βγάλει αρκετά για να θρέψει την οικογένειά του. Έτσι, έδωσε από ένα μικρό γουρουνάκι στην καθεμιά από τις τρεις του κόρες για να τα μεγαλώσουν και να έχουν έστω και κάτι λίγο για προίκα. Η Πασκούτσα και η Τσίτσε, που ήταν οι μεγαλύτερες, πήραν τα γουρουνάκια τους και τα πήγαν να βοσκήσουν σε ένα πανέμορφο λιβάδι. Aλλά δεν ήθελαν να πάρουν μαζί τους την Παρμετέλλα την μικρότερη και την έδιωξαν και της είπαν να πάει να βοσκήσει το δικό της γουρουνάκι αλλού. Έτσι η Παρμετέλλα πήγε με το γουρουνάκι της σε ένα δάσος, όπου οι Σκιές κρύβονταν από τις επιθέσεις του Ήλιου. Έφτασε μπροστά σε ένα ξέφωτο με ένα δέντρο με χρυσά φύλλα και ένα ρυάκι στη μέση - ένα ρυάκι τόσο ελκυστικό σαν τη μαιτρέσσα ενός πανδοχείου που προσφέρει κρύο νερό στους περαστικούς απευθύνοντάς τους γοητευτικά βλέμματα και λόγια. Η Παρμετέλλα έκοψε ένα χρυσό φύλλο από το δέντρο και το πρόσφερε στον πατέρα της, ο οποίος με μεγάλη χαρά πήγε και το πούλησε κερδίζοντας έτσι είκοσι δουκάτα - ένα ποσό που βούλωσε αρκετές τρύπες στις υποθέσεις του. Όταν ρώτησε την κόρη του πού το είχε βρει, εκείνη του είπε: “Πάρτε το πατέρα μου και μην κάνετε άλλες ερωτήσεις, μην πάτε να χαλάσετε την τύχη σας”. Την επόμενη μέρα το κορίτσι ξαναπήγε στο δέντρο και έκοψε άλλο ένα φύλλο και μετά κι άλλο κι άλλο μέχρι που το δέντρο έμεινε γυμνό λες και ήταν φθινόπωρο. Σκέφτηκε τότε πως το δέντρο έπρεπε να είχε και χρυσές ρίζες, αλλά ήταν πολύ αδύναμο και δεν μπορούσε να τις ξεριζώσει. Γύρισε σπίτι της και πήρε μαζί της ένα τσεκούρι και μια τσάπα και βάλθηκε να σκάβει και να σκάβει τη βάση του δέντρου. Σαν είχε σκάψει αρκετά και φαινόντουσαν πια αρκετές από τις ρίζες, έσπρωξε τον κορμό να πέσει και από κάτω φανερώθηκε μια πορφυρή σκάλα.


Η Παρμετέλλα, που ήταν πολύ περίεργη από τη φύση της, άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα και, αφού διέσχισε ένα βαθύ και σκοτεινό σπήλαιο, κατέληξε σε μια πανέμορφη πεδιάδα. Εκεί βρισκόταν κι ένα παλάτι που ήταν φτιαγμένο από χρυσό και ασήμι ενώ η διακόσμησή του ήταν μόνο από μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Η Παρμετέλλα έμεινε να θαυμάζει το τοπίο αρκετή ώρα μέχρι που, μην βλέποντας ψυχή τριγύρω, μπήκε στο παλάτι σε μία αίθουσα όπου βρίσκονταν κρεμασμένοι πολλοί πίνακες. Στους πίνακες μπορούσε κανείς να δει θαυμαστά πράγματα, όπως την άγνοια του ανθρώπου που πιστεύει ότι είναι σοφός, την αδικία που κάνει αυτός που κρατά τη ζυγαριά της δικαιοσύνης και τις πληγές των εκδικητικών Ουρανών, όλα έκοβαν την ανάσα.


Σε αυτή την αίθουσα υπήρχε κι ένα μακρύ τραπέζι στρωμένο με λαχταριστά φαγητά και δροσιστικά ποτά. Η Παρμετέλλα, που τώρα πεινούσε πολύ, έκατσε στο τραπέζι να φάει σαν σωστή Κοντέσσα. Καθώς έτρωγε λοιπόν, μέσα στην αίθουσα μπήκε ένας νεαρός και όμορφος Σκλάβος που αμέσως της είπε: “Μείνε, μη φύγεις από εδώ κι εγώ θα σε κάνω γυναίκα μου, θα είσαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου!”. Παρόλο το ξάφνιασμά της, η Παρμετέλλα συμπάθησε αμέσως τον νεαρό και δέχτηκε την πρότασή του. Στη στιγμή, εμφανίστηκε μπροστά της μια διαμαντένια άμαξα που την έσερναν τέσσερα χρυσά άλογα με φτερά από σμαράγδια και ρουμπίνια και την σήκωσαν ψηλά στον αέρα. Εμφανίστηκαν και αρκετοί πίθηκοι ντυμένοι στα χρυσά, υπηρέτες της, οι οποίοι την έντυσαν με τα καλύτερα ρούχα από την κορυφή ως τα νύχια, έτσι που έμοιαζε σωστή βασίλισσα.


Μόλις έφτασε η νύχτα και ο Ήλιος αποφάσισε να κοιμηθεί στις όχθες του ποταμού της Ινδίας και έσβησε το φως του, ο Σκλάβος είπε στην Παρμετέλλα: “Αγαπημένη μου, πήγαινε τώρα να ξεκουραστείς σε εκείνο εκεί το κρεβάτι, μα πριν ξαπλώσεις, θυμήσου να σβήσεις το κερί. Κάνε το όπως σου το είπα αλλιώς μεγάλο κακό θα σε βρει”. Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε μα όπως έκλεινε τα μάτια της, είδε τον Σκλάβο να μεταμορφώνεται σε ευγενή και μετά να ξαπλώνει και αυτός. Το επόμενο πρωί, σαν η Αυγή βγήκε να μαζέψει νέα αυγά από το περιβόλι του Ουρανού, ο νεαρός είχε πάρει την αρχική του μορφή και η Παρμετέλλα έμεινε να αναρωτιέται και να θαυμάζει.


Έτσι, το επόμενο βράδυ, η Παρμετέλλα πήγε να ξαπλώσει και, όπως είχε κάνει και το προηγούμενο βράδυ, έσβησε το κερί και ο νεαρός ήρθε και αυτός να ξαπλώσει στο πλευρό της. Αυτή τη φορά όμως, σαν ο νεαρός έκλεισε τα μάτια του, η Παρμετέλλα σηκώθηκε από το κρεββάτι της και με τη βοήθεια ενός τσακμακιού που είχε φέρει μαζί της, άναψε πάλι το κερί. Τότε είδε ξεκάθαρα τον έβενο να μεταμορφώνεται σε φίλντισι, το κάρβουνο σε κιμωλία. Καθώς είχε μείνει να κοιτά με το στόμα ανοικτό το θαύμα που συνέβαινε μπροστά της, ο νεαρός ξύπνησε και άρχισε να επιπλίττει την Παρμετέλλα λέγοντας: “Αχ συμφορά μου! Η περιέργειά σου με καταδίκασε σε άλλα εφτά χρόνια με αυτή την κατάρα. Φύγε από εδώ, εμπρός, δρόμο! Να μη σε βλέπω μπροστά μου! Δεν ξέρεις τι καλό είχες και το έχασες!” και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε από μπροστά της σαν καπνός.


Το καημένο το κορίτσι αποχώρησε από το παλάτι παγωμένο από τον φόβο και με το κεφάλι χαμηλωμένο από ντροπή. Σαν βγήκε από το σπήλαιο απ’ όπου είχε μπει, συνάντησε μια νεράιδα που της είπε: “Καημένο μου παιδί, πόσο η καρδιά μου πονά για την κακή σου τύχη! Δύστυχο κορίτσι, πας έτοιμη για σφαγή, μοιάζεις σαν να είσαι έτοιμη να περάσεις μια στενή όσο μια τρίχα γέφυρα. Θα προσπαθήσω να σε βοηθήσω να μη χαθείς. Πάρε αυτά τα επτά αδράχτια και τα εφτά σύκα και αυτό το βάζο με μέλι. Πάρε και αυτά τα εφτά ζευγάρια σιδεροπάπουτσα, φόρεσέ τα και περπάτα χωρίς να σταματήσεις μέχρι να λιώσουν όλα. Τότε θα δεις εφτά γυναίκες να κάθονται σε ένα μπαλκόνι και να γνέθουν από ψηλά το νήμα των οστών των νεκρών που βρίσκονται κάτω από το μπαλκόνι τους. Μείνε κρυμμένη και ήσυχη και όταν το νήμα φανεί, βγάλε τα κόκαλα και στη θέση τους βάλε αδράχτι αλειμμένο με μέλι και στη θέση της θηλιάς βάλε ένα σύκο. Μόλις οι γυναίκες ανεβάσουν το αδράχτι στο μπαλκόνι τους και δοκιμάσουν το μέλι θα πουν:

Όποιος μου γλύκανε τ’ αδράχτι

Καλή τύχη θε να ‘χει!

Θα επαναλάβουν αυτά τα λόγια αρκετές φορές και έπειτα η μια μετά την άλλη θα πουν

Εσύ που μας έφερες τα γλυκά εμφανίσου!,

αλλά εσύ να πεις ‘Όχι, θα με φάτε!

Η άλλη τότε θα πει Στο κουταλάκι μας σου υποσχόμαστε, δεν θα σε φάμε

Εσύ όμως να μείνεις ακίνητη και θα ακούσεις

Στο σάλιο μας κάνουμε όρκο, δεν θα σε φάμε

Μην κουνήσεις ρούπι από τη θέση σου, θα σου πουν τότε

Μα τις σκούπες μας σου λέμε βγες, δεν θα σε φάμε

Μην τις πιστέψεις, μετά θα πουν

Σου ορκιζόμαστε στον σούγλο μας, δεν θα σε φάμε

Εσύ κλείσε το στόμα σου, αλλιώς θα το πληρώσεις ακριβά. Στο τέλος θα σου πουν

Σου υποσχόμαστε στον Αστραπόβροντο ότι δεν θα σε φάμε!

Τότε κι εσύ να βγεις και θα είσαι ασφαλής, δεν θα σε φάνε.


Αφού τελείωσε η νεράιδα, η Παρμετέλλα πήρε τον δρόμο πάνω από κοιλάδες και λόφους και μόλις πέρασαν εφτά χρόνια, το τελευταίο ζευγάρι σιδεροπάπουτσα έλιωσε κι αυτό. Πλησίασε τότε ένα σπίτι που στο μπαλκόνι του βρίσκονταν οι εφτά γυναίκες που έγνεθαν. Ακολουθώντας τις οδηγίες της νεράιδας, η Παρμετέλλα υπέμεινε τις ψευτοϋποσχέσεις και τους δελεασμούς των γυναικών μέχρι που τελικά ορκίστηκαν στον Αστραπόβροντο. Τότε η Παρμετέλλα εμφανίστηκε μπροστά τους και ανέβηκε στο μπαλκόνι. Οι εφτά γυναίκες της είπαν τότε: “Προδότρα, εσύ είσαι ο λόγος που ο αδερφός μας έζησε άλλα εφτά χρόνια με την κατάρα στο παλάτι σαν Σκλάβος. Παρόλο που ήσουν προετοιμασμένη και φέρθηκες έξυπνα με τους όρκους μας, θα έρθει και η σειρά σου να πληρώσεις ό,τι χρωστάς, μην αμφιβάλλεις στιγμή γι΄ αυτό. Τώρα όμως κάνε ό,τι σου πούμε. Πήγαινε και κρύψου πίσω από αυτή τη σκάφη και όταν καταφτάσει η μάνα μας, που αν σε δει θα σε κάνει μια χαψιά, πετάξου και πιάσε την από πίσω και μην την αφήσεις αν δεν σου ορκιστεί στον Αστραπόβροντο πως δεν θα σε πειράξει”.


Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπαν οι γυναίκες και αφού η δράκαινα ορκίστηκε στο πυρόφτυαρο, στην ανέμη, στο καρούλι, στο προσκέφαλο και στον πάσσαλο, ορκίστηκε και στον Αστραπόβροντο και η Παρμετέλλα την ελευθέρωσε από τη λαβή της. Παρουσιάστηκε μπροστά της και η δράκαινα της είπε: “Αυτή τη φορά με νίκησες. Αλλά να προσέχεις Προδότρα γιατί με την πρώτη βροχή θα σε στείλω να καείς σε Λάβα”.


Μια μέρα η δράκαινα, που πάντα έψαχνε να βρει τρόπο να καταβροχθίσει την Παρμετέλλα, πήρε δώδεκα σακιά με κάθε λογής σπόρους - αρακά, φακές, ρεβύθια, φασόλια, φασολάκια και λούπινα - και τους ανακάτεψε. Έπειτα είπε στην Παρμετέλλα: “Προδότρα, πάρε αυτούς τους σπόρους και ξεχώρισέ τους τον καθένα στο είδος του. Αν δεν είναι όλοι ξεχωρισμένοι μέχρι το βράδυ τότε θα σε φάω”.


Η καημένη η Παρμετέλλα έκατσε δίπλα στα σακιά και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ: “Αχ Μητέρα, Μητέρα, αυτή η χρυσή ρίζα με έκανε στ’ αλήθεια κακορίζικη! Τώρα η δυστυχία μου ολοκληρώθηκε, γιατί από τότε που είδα το μαύρο πρόσωπο να γίνεται άσπρο, όλος μου ο κόσμος μαύρισε. Αλίμονο! Είμαι τελειωμένη, καταδικασμένη, σαν να είμαι ήδη στο στόμα της δράκαινας και δεν υπάρχει κανείς να με βοηθήσει, κανείς να με συμβουλέψει, κανείς να με παρηγορήσει”.


Καθώς έκλαιγε έτσι το κορίτσι τσαφ! να σου μπροστά της ο Αστραπόβροντος μιας και το ξόρκι που τον κρατούσε φυλακισμένο είχε λήξει. Αν και ήταν πολύ θυμωμένος με την Παρμετέλλα, η καρδιά του δεν θα άλλαζε ποτέ και, βλέποντάς τη να υποφέρει, της είπε: “Προδότρα, γιατί κλαις έτσι;” και το κορίτσι του διηγήθηκε για τη δοκιμασία που της είχε αναθέσει η μητέρα του και πως ήθελε να τη φάει. Της είπε τότε ο Αστραπόβροντος: “Ξέχασε τους φόβους και ηρέμησε την καρδιά σου, γιατί τίποτα κακό δεν θα συμβεί”. Σκόρπισε τότε όλους τους σπόρους στο έδαφος και μετά φώναξε να βγουν από το έδαφος μυρμήγκια που έπιασαν αμέσως δουλειά. Ξεχώρισαν όλους τους σπόρους κατά είδος και η Παρμετέλλα τους έβαζε όλους σε διαφορετικά σακιά.


Μόλις γύρισε σπίτι και η δράκαινα είδε ότι η δουλειά είχε γίνει απελπίστηκε και φώναξε: “Αυτός ο Αστραπόβροντος με ξεγέλασε, αλλά δεν θα σε αφήσω να ξεφύγεις τόσο εύκολα! Πάρε αυτά τα υφάσματα που είναι αρκετά για να φτιαχτούν δώδεκα στρώματα και μέχρι το βράδυ να είναι έτοιμα και γεμισμένα με πούπουλα αλλιώς θα σε κάνω κιμά και θα σε φάω”.


Το δύσμοιρο κορίτσι πήρε τα υφάσματα και πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά. Άρχισε να κλαίει τόσο δυνατά που τα δάκρυα έτρεχαν σαν βρύσες από τα μάτια της. Εμφανίστηκε όμως πάλι ο Αστραπόβροντος που την άκουσε από μακριά και της είπε: “Μην κλαις Προδότρα και θα σε βοηθήσω εγώ. Λύσε τα μαλλιά σου και άπλωσε τα υφάσματα στο έδαφος. Στάσου πάνω τους και ξεκίνα να φωνάζεις και να οδύρεσαι πως ο βασιλιάς των πουλιών πέθανε και κοίτα να δεις τι θα γίνει”.


Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε ο Αστραπόβροντος και από τα σύννεφα ξεπρόβαλλαν κάθε λογής πουλιά μεγάλα και μικρά, τόσα πολλά που σκοτείνιασε ο ουρανός. Χτυπώντας τα φτερά τους έπεφταν άπειρα πούπουλα στο έδαφος και σε μία μόλις ώρα όλα τα στρώματα ήταν γεμάτα! Μόλις η δράκαινα γύρισε σπίτι και είδε ότι η δουλειά είχε γίνει, φούσκωσε από θυμό και όταν ήταν έτοιμη να σκάσει άρχισε να τσιρίζει: “Ο Αστραπόβροντος νομίζει πως είναι εξυπνότερος από εμένα αλλά να με δέσετε στην ουρά γορίλα αν αφήσω εγώ την Παρμετέλλα να μου ξεφύγει!” και γυρνώντας στην Παρμετέλλα της είπε: “Πήγαινε αμέσως στο σπίτι της αδερφής μου και πες της να μου στείλει τα μουσικά όργανα. Αποφάσισα πως ο Αστραπόβροντος θα παντρευτεί και μάλιστα θα του κάνουμε γιορτή που αξίζει μόνο σε βασιλιά!”. Ταυτόχρονα η δράκαινα έστειλε μήνυμα με πουλί στην αδερφή της να σφάξει και να μαγειρέψει το κορίτσι που θα ερχόταν να τη βρει και ότι θα πήγαινε και αυτή να μοιραστούν το γεύμα.


Η Παρμετέλλα, ακούγοντας πόσο εύκολο ήταν αυτό το έργο που της ανέθεσε η δράκαινα, ανακουφίστηκε και άφησε τον εαυτό της να δει τον κόσμο ξανά με αισιοδοξία. Πόσο λάθος όμως έκανε. Στο δρόμο που πήγαινε συνάντησε τον Αστραπόβροντο ο οποίος βλέποντάς την να βιάζεται τη ρώτησε: “Πού πας βρε φουκαριάρικο κορίτσι έτσι βιαστικά; Δεν ξέρεις πως πας κατευθείαν για σφαγή; Με χαμόγελο στα χείλη δένεις μόνη σου στα δεσμά σου, ακονίζεις από μόνη σου το μαχαίρι που θα σε σφάξει και ανακατεύεις με τα χέρια σου τα συστατικά του δηλητηρίου που θα πάρεις. Η δράκαινα για την οποία τραβάς ανέμελα είναι έτοιμη να σε φάει. Αλλά μη φοβάσαι. Πάρε αυτή τη φρατζόλα, αυτή τη δέσμη σανό και αυτή την πέτρα. Σαν θα φτάσεις στο σπίτι της θείας μου εκεί θα δεις ένα σκυλί που αμέσως θα σου χυμήξει να σε δαγκώσει. Δώσε του τη φρατζόλα και θα τη στραβοκαταπιεί. Μόλις περάσεις τον σκύλο, θα δεις ένα αφηνιασμένο άλογο που θα σε πλησιάσει να σε κλωτσήσει και να σε ποδοπατήσει. Δώσε του το σανό και θα του δέσεις τα πόδια. Τέλος, θα φτάσεις σε μια πόρτα που θα ανοιγοκλείνει από μόνη της με μανία. Βάλε στο άνοιγμα κάτω αυτή την πέτρα να σταματήσεις την οργή της. Ανέβα τα σκαλιά και θα βρεθείς μπροστά στη δράκαινα που θα κρατά ένα μωρό στην αγκαλιά με τον φούρνο έτοιμο να σε μαγειρέψει. Τότε θα σου πει να κρατήσεις για λίγο το μωρό όσο εκείνη θα πάει να σου φέρει τα όργανα. Αλλά πρόσεχε, θα πάει να ακονίσει τους χαυλιόδοντές της για να σε ξεσκίσει καλύτερα. Χωρίς κανένα δισταγμό και έλεος, ρίξε το μωρό στο φούρνο, πάρε μόνη σου τα όργανα που είναι πίσω από την πόρτα και βγες τρέχοντας από εκεί μέσα αλλιώς σίγουρα θα είναι το τέλος σου. Τα όργανα βρίσκονται σε ένα κουτί, μην το ανοίξεις όμως εσύ, σε προειδοποιώ”.


Η Παρμετέλλα έκανε όπως της είπε ο Αστραπόβροντος, αλλά καθώς γυρνούσε με το κουτί με τα όργανα παραμάσχαλα, το άνοιξε και ωπ! από μέσα ξεπήδησαν ένα σωρό όργανα - μια φλογέρα, ένας αυλός, μια γκάιντα, ένας πλαγίαυλος - και άρχισαν να παίζουν όλα μαζί γεμίζοντας τον αέρα με μια απερίγραπτη κακοφωνία, ενώ η Παρμετέλλα τραβούσε τα μαλλιά της από απόγνωση.


Εντωμεταξύ η δράκαινα είχε επιστρέψει και μην βλέποντας πουθενά την Παρμετέλλα, βγήκε στο παράθυρο και φώναξε στην πόρτα: “Σύνθλιψε την προδότρα!” μα η πόρτα της απάντησε:

Κακό δεν θα κάνω στο κορίτσι

Μιας και στην οργή μου βρήκε λύση


Τότε η δράκαινα φώναξε στο άλογο: “Πάτα την κλέφτρα να τη λιώσεις!” μα το άλογο αποκρίθηκε:

Δεν θα κάνω στο κορίτσι κακό

Μιας και αυτή μου έδωσε σανό


Τέλος, η δράκαινα φώναξε στο σκύλο: “Δάγκωσέ την να της κόψεις κομμάτι!”, αλλά το σκυλί της είπε:

Δεν θέλω να πάθει κακό η μικρή

Γιατί αυτή μου έδωσε ψωμί


Η Παρμετέλλα έτρεχε γύρω από τα όργανα προσπαθώντας να τα πιάσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι που ήρθε δίπλα της κι ο Αστραπόβροντος ο οποίος τη μάλωσε: “Προδότρα, ακόμη να καταλάβεις ότι εξαιτίας της περιέργειάς σου έχεις φτάσει σε αυτό το σημείο;” και σφύριξε στα όργανα να γυρίσουν πίσω και τα έκλεισε πάλι στο κουτί τους. Η Παρμετέλλα πήγε τότε το κουτί με τα όργανα στη μάνα του Αστραπόβροντου η οποία, όταν είδε ότι και αυτή τη δουλειά την είχε φέρει εις πέρας η Παρμετέλλα, είπε: “Σκληρή μου μοίρα, ακόμη και η ίδια μου η αδερφή δεν κατάφερε να μου δώσει την απόλαυση που αποζητώ!”.


Άρχισαν και οι ετοιμασίες για τον γάμο του Αστραπόβροντου και κατέφτασε και η νύφη - ένα κακάσχημο πλάσμα, ένα συνοθύλευμα ασχήμιας, μια αρπυία, μια διαβολική σκιά, ένας τρόμος, ένα τέρας, μια τεράστια σκάφη στολισμένη με λουλούδια και φιόγκους που έμοιαζε με τσίρκο. Η δράκαινα οργάνωσε ένα τρανό φαγοπότι για λόγου της και μιας και ήταν κακόβουλο και ύπουλο πλάσμα, έβαλε το τραπέζι δίπλα σε ένα πηγάδι, με τις εφτά της κόρες να κάθονται εκεί δίπλα κρατώντας από έναν πυρσό στο χέρι. Στην Παρμετέλλα έδωσε να κρατάει δυο πυρσούς και να κάτσει στην άκρη του πηγαδιού έτσι ώστε με μια λάθος κίνησή της να πέσει μέσα στο πηγάδι.


Καθώς τα πιάτα στο τραπέζι πηγαινοερχόντουσαν, ο Αστραπόβροντος, που ανακατευόταν μόνο και μόνο που έβλεπε την μελλοντική του νύφη, είπε στην Παρμετέλλα:

Προδότρα, με αγαπάς;

Από εδώ ως τον ουρανό, του αποκρίθηκε εκείνη.

Αν με αγαπάς τότε δώσε μου ένα φιλί.

Όχι, του είπε τότε εκείνη. Κοίτα τι εξαίσιο πλάσμα έχεις δίπλα σου που σύντομα θα γίνει ολοδικό σου! Σας εύχομαι κάθε ευτυχία και πολλούς απογόνους.

Είναι προφανές πως δεν σου κόβει και πολύ, διέκοψε τότε η νύφη, και όσα χρόνια και να περάσουν έτσι κουτή θα μείνεις. Τι χαζή σεμνοτυφία είναι αυτή, να σου ζητά ένας τόσο όμορφος νεαρός να τον φιλήσεις, εδώ εγώ αφήνω βοσκούς και ζητιάνους να μου κάνουν άλλα κι άλλα.


Ακούγοντάς το αυτό, ο γαμπρός κοκκίνισε από θυμό και το φαγητό τού έκατσε στον λαιμό. Αλλά προσποιήθηκε πως δεν είχε ακούσει τίποτα και χαμογέλασε όπως πριν, σκεπτόμενος πως θα έπαιρνε εκδίκηση μετά. Άρχισε να τελειώνει το γλέντι και μετά από λίγο ο Αστραπόβροντος πλησίασε τη νύφη του και της είπε:

Είδες σύζυγέ μου πώς αυτό το περήφανο πλάσμα αρνήθηκε να με φιλήσει;

Μα ήταν τόσο κουτή να αρνηθεί να φιλήσει έναν τόσο όμορφο νέο σαν κι εσένα, εγώ αφήνω βοσκούς να με φιλούν για το τίποτα.


Ε, εκεί δεν άντεξε άλλο ο Αστραπόβροντος, άστραψε και βρόντηξε και χωρίς να το καταλάβει καλά καλά άρπαξε ένα μαχαίρι και το βύθισε στο στέρνο της νύφης του. Στη συνέχεια την έθαψε στο κελάρι. Πήγε τότε στην Παρμετέλλα, την αγκάλιασε και της είπε: “Είσαι το πετράδι μου, το άνθος όλων των γυναικών, ο καθρέφτης της τιμής! Γύρνα λίγο να με κοιτάξεις κι εμένα, δώσε μου το χέρι και τα χείλη σου, έλα κοντά μου και θα είμαι δικός σου παντοτινά!”.


Το επόμενο πρωί, σαν ο Ήλιος έβγαλε τα φωτεινά του άτια από τον σκοτεινό τους στάβλο να βοσκήσουν στα λιβάδια της Αυγής, η δράκαινα κατέφτασε με φρέσκα αυγά για το νιόπαντρο ζευγάρι για να τα δώσει στη νύφη της κι εκείνη να της πει: “Ευτυχισμένη όποια παντρεύεται και της τυχαίνει τέτοια πεθερά!”. Αλλά στην αγκαλιά του γιού της βρήκε την Παρμετέλλα και, μαθαίνοντας τι είχε γίνει, έτρεξε στην αδερφή της να βρουν μαζί μια λύση να ξεφορτωθούν αυτό το αγκάθι χωρίς να μπορέσει να τη σταματήσει ο Αστραπόβροντος. Φτάνοντας όμως στο σπίτι της αδερφής της είδε πως από στενοχώρια για το χαμό του μωρού της, είχε μπει και η αδερφή της στο φούρνο και είχε καεί. Η δράκαινα τότε από απελπισία μεταμορφώθηκε σε κριάρι και άρχισε να κοπανάει το κεφάλι της στον τοίχο μέχρι που πέθανε. 


Ο Αστραπόβροντος έφερε ειρήνη ανάμεσα στην Παρμετέλλα και στις αδερφές του και έζησαν ευτυχισμένοι όλοι μαζί κάτω από την ίδια στέγη φέρνοντας στο νου το γνωμικό που λέει


Η υπομονή κατακτά τα πάντα.



See acast.com/privacy for privacy and opt-out information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu