Μίτος
Μίτος
Feb 26, 2021
Η Αδερφή του Ήλιου
Play • 31 min

Από τον βόρειο, αυτόχθονα λαό Σαάμι, μια ιστορία με μπόλικο συμβολισμό, μια δυναμική γυναίκα και ένας ντροπαλός μα και τολμηρός νεαρός.


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Δεν περιέχει ευαίσθητο υλικό


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Η Αδερφή του Ήλιου


Πριν πολύ πολύ καιρό, ζούσε ένας νεαρός πρίγκιπας. Ο καλύτερος του φίλος ήταν ο γιος του κηπουρού, που ζούσε κι αυτός στα περίχωρα του παλατιού. Ο πατέρας του, ο βασιλιάς, ήθελε ο γιός του να κάνει παρέα με παιδιά της δικής του τάξης, αλλά ο πρίγκιπας δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Τι θα μπορούσε να τους πει άλλωστε, ήταν κακότροπος και κακομαθημένος και πάντα γινόταν το δικό του, ενώ ο γιος του κηπουρού ήταν ήρεμο παιδί και καλοσυνάτο, ήταν της μοίρας του όμως, να υποφέρει τις δυστροπίες του πρίγκιπα στο παλάτι ολημερίς κι οληνυκτίς.


Το αγαπημένο παιχνίδι των νεαρών ήταν η τοξοβολία. Ο βασιλιάς τους είχε δώσει δυο πανομοιότυπα τόξα και τα παιδιά διαγωνίζονταν ποιος μπορούσε να ρίξει τα βέλη του ψηλότερα. Αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο και οι αυλικοί και οι δάσκαλοι αναρωτιόνταν πώς δεν είχε βγάλει ακόμα ο ένας το μάτι του αλλουνού, αλλά κάπως τα είχαν καταφέρει και δεν είχαν ούτε γρατζουνιά πάνω τους.


Ένα πρωινό, μόλις ο πρίγκιπας τελείωσε τα μαθήματα του, πήγε να φωνάξει τον φίλο του να παίξουν. Βγήκαν και οι δυο στον κήπο, εκεί που έπαιζαν συνήθως, πήγαν στο μικρό καλυβάκι όπου φύλαγαν τα τόξα και τα βέλη τους και άρχισαν πάλι το παιχνίδι, να δουν ποιος θα ρίξει πιο ψηλά. Έριξαν τα βέλη τους στον αέρα και, καθώς κατέβηκαν και έπεσαν στο έδαφος, ένα από αυτά είχε κολλημένο πάνω του ένα χρυσό φτερό. Και τότε, τέθηκε το ερώτημα ποιανού ήταν το τυχερό βέλος, μιας και τα δύο ήταν πανομοιότυπα, όσο καλά και να τα εξέταζε κανείς, δεν θα έβρισκε καμία διαφορά. Ο Πρίγκιπας άρχισε αμέσως να καυχιέται πως το βέλος ήταν δικό του, ενώ ο γιος του κηπουρού επέμενε πως ήταν σίγουρος ότι ήταν το δικό του και πράγματι έτσι ήταν. Αλλά αφού δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν, είπαν να τους λύσει τη διαφορά ο ίδιος ο βασιλιάς.


Σαν άκουσε ο βασιλιάς την ιστορία των αγοριών, αποφάσισε αμέσως πως το βέλος με το φτερό ήταν του γιου του. Αλλά ο γιος του κηπουρού διαμαρτυρήθηκε έντονα και αρνήθηκε την ήττα. Μάλιστα διαμαρτυρήθηκε τόσο έντονα, που η υπομονή του βασιλιά στέρεψε και θυμωμένος σηκώθηκε από τον θρόνο του και είπε: “Πολύ καλά λοιπόν, αν είσαι τόσο σίγουρος πως το φτερό είναι δικό σου, δικό σου είναι. Αλλά τότε να πας να βρεις το χρυσό πουλί, που του λείπει ένα φτερό από την ουρά. Αν αποτύχεις να το βρεις, θα αποκεφαλιστείς!”. Το αγόρι μάζεψε όλο του το θάρρος και παρέμεινε σιωπηλό, όσο ο βασιλιάς του έλεγε αυτά τα λόγια. Δεν είχε ιδέα πώς να βρει αυτό το χρυσό πουλί μα, κι αν το έβρισκε πώς θα το έπιανε; Δεν είχε όμως παρά να υπακούσει στις προσταγές του βασιλιά και έκρινε πως όσο πιο σύντομα έφευγε από το βασίλειο, τόσο το καλύτερο. Πήγε αμέσως στο σπίτι του και ετοίμασε το σακίδιο για το ταξίδι του, ελπίζοντας πως ίσως από τύχη θα έβρισκε πού να πάει και τι να κάνει.


Αφού περπάτησε αρκετές ώρες, στον δρόμο του συνάντησε μια αλεπού και μάλιστα αρκετά φιλική. Το αγόρι χάρηκε πολύ που βρήκε κάποιον να μιλήσει και έκατσε δίπλα της για κουβεντούλα:

Πού πας παλικαράκι; ρώτησε η αλεπού.

Πρέπει να βρω ένα χρυσό πουλί που του λείπει ένα φτερό από την ουρά. Αλλά δεν ξέρω ούτε πού να το βρω, μα ούτε και πώς να το πιάσω, αποκρίθηκε ο νεαρός.

Α! Ξέρω εγώ που είναι, είπε καλοσυνάτα η αλεπού. Πέρα, στην ανατολή, κατά εκεί δηλαδή, ζει μια πανέμορφη δεσποσύνη που την λένε Αδερφή του Ήλιου. Αυτή έχει στην αυλή της τρεις χρυσές κλώσσες. Ίσως το φτερό να είναι μιας από αυτές.


Το αγόρι χάρηκε πάρα πολύ με αυτήν την πληροφορία και περπάτησε μαζί με την αλεπού για την υπόλοιπη μέρα, η αλεπού μπροστά και αυτός πίσω. Σαν έφτασε το σούρουπο, στρώσανε χάμω να κοιμηθούν και το αγόρι έβαλε το σακίδιο για μαξιλάρι κάτω από τα κεφάλια τους. Ξαφνικά, γύρω στα μεσάνυχτα, η αλεπού έβγαλε έναν χαμηλό ήχο σαν κλάμα, και πλησίασε το αγόρι: “Ξάδερφε”, είπε ψιθυρίζοντας πολύ χαμηλά, “έρχεται κάποιος να μας πάρει το σακίδιο. Να, κοίτα εκεί!” και το αγόρι κοίταξε και όντως μέσα στους θάμνους είδε έναν άντρα. “Μπα, δεν νομίζω να μας ληστέψει”, είπε ο νεαρός και σαν ο άντρας βγήκε από την κρυψώνα και τους πλησίασε, το αγόρι άρχισε να του εξιστορεί τα πάντα. Ο άντρας έκατσε κοντά τους, ακούγοντας την ιστορία του γιου του κηπουρού και ενδιαφέρθηκε πολύ, τόσο πολύ που ζήτησε να τους συνοδεύσει κι αν μπορεί να τους βοηθήσει στην αποστολή τους. Έτσι κι έγινε. Σαν ανέτειλε ο ήλιος βάδισαν και οι τρεις τους προς την ανατολή, η αλεπού μπροστά και ο άντρας με το αγόρι ξοπίσω.


Μετά από κάμποσες ώρες ταξιδιού, έφτασαν επιτέλους στο κάστρο της Αδερφής του Ήλιου, η οποία φυλούσε τις κλώσσες μαζί με τους πιο πολύτιμους θησαυρούς της. Φτάνοντας στην πύλη, οι τρεις ταξιδιώτες κοντοστάθηκαν και άρχισαν να συζητούν για το ποιος θα έμπαινε να γνωρίσει την κυρά του κάστρου:

Νομίζω πως εγώ πρέπει να μπω κρυφά στο κάστρο και να κλέψω την κλώσσα που της λείπει το φτερό από την ουρά, είπε η αλεπού, αλλά το αγόρι διαφώνησε αμέσως.

Όχι, εξαιτίας μου είμαστε όλοι εδώ, το σωστό είναι να πάω εγώ, είπε.

Θα σου είναι πολύ δύσκολο εσένα να πιάσεις την κλώσσα, του απάντησε η αλεπού.

Ω, μη φοβάσαι, δεν θα μου συμβεί τίποτα κακό, την καθησύχασε ο γιος του κηπουρού.

Καλά, τότε πήγαινε, του είπε η αλεπού. Αλλά πρόσεξε να μην κάνεις κανένα λάθος. Κλέψε μόνο την κλώσσα που της λείπει φτερό από την ουρά και καμία άλλη.

Ο άντρας που τόση ώρα άκουγε, δεν επενέβη και άφησε το αγόρι να πάει μόνο του στο κάστρο.


Το αγόρι μπήκε στη αυλή του κάστρου και σύντομα είδε να περιφέρονται οι τρεις κλώσσες, χωρίς άλλη έγνοια παρά πού θα έβρισκαν το επόμενο σποράκι στο χώμα για να το καταβροχθίσουν. Όλες πέρασαν μπροστά από το αγόρι, χωρίς να φοβούνται καθόλου και το αγόρι παρατήρησε, πως της τελευταίας κλώσσας της έλειπε ένα φτερό από την ουρά. Με το που το είδε αυτό ο νεαρός όρμησε κατά πάνω της, την άρπαξε από το λαιμό να μην μπορεί να φύγει και την σήκωσε ψηλά. Έπειτα, την έβαλε να κάτσει άνετα κάτω από το μπράτσο του και τράβηξε προς την πύλη του κάστρου. Για κακή του τύχη όμως, εκεί που είχε σχεδόν βγει από το κάστρο, γύρισε και κοίταξε πίσω και μέσα από μια ανοικτή πόρτα είδε όλα τα μεγαλεία που βρίσκονταν μέσα: “Βιάζομαι; Δεν βιάζομαι”, μουρμούρισε στον εαυτό του ο νεαρός, “γιατί να μην κοιτάξω κι εγώ, μιας που έφτασα ως εδώ”, και γύρισε προς το κάστρο ξεχνώντας εντελώς την κλώσσα, η οποία του έφυγε από το μπράτσο και πήγε να βρει τις αδερφές της.


Τόσο μαγεύτηκε το αγόρι από αυτά που είδε μέσα στο κάστρο, που δεν πρόσεξε καν ότι του ξέφυγε η κλώσσα. Είχε ολότελα λησμονήσει και την ύπαρξη της, σαν είδε την Αδερφή του Ήλιου ξαπλωμένη να κοιμάται μπροστά στα μάτια του. Έκατσε κάμποση ώρα και απλά την κοιτούσε και κάποια στιγμή συνήλθε, μουρμούρισε πως δεν είχε καμία δουλειά εκεί κι άρχισε να βαδίζει ξανά προς την πύλη του κάστρου. Εύκολα ξανάπιασε την κλώσσα και έφτασε πάλι μέχρι την πύλη. Πριν κάνει όμως το βήμα να βγει από το κάστρο, άρχισε να σκέφτεται: “Και γιατί να μην κοιτάξω λίγο παραπάνω την Αδερφή του Ήλιου; Κοιμάται, δεν θα καταλάβει τίποτα”. Και για δεύτερη φορά γύρισε πάλι προς το κάστρο, χαλάρωσε τα μπράτσα του και η κλώσσα του ξέφυγε. Μπήκε αυτή τη φορά μέσα στο δωμάτιο και κοίταξε την Αδερφή του Ήλιου μέχρι που χρειάστηκε να βγει έξω να πάρει αέρα. Θυμήθηκε τι έπρεπε να κάνει, έπιασε πάλι την κλώσσα, έκανε να φύγει και θα τα είχε καταφέρει αν δεν είχε αρχίσει να σκέφτεται: “Γιατί δεν την φίλησα; Πότε θα μου δωθεί ξανά η ευκαιρία να φιλήσω κάποια τόσο όμορφη; Θα το κάνω τώρα!”, είπε αποφασισμένα κι έτρεξε να μπει πάλι στο δωμάτιο που ήταν ξαπλωμένη η καλλονή, ενώ η κλώσσα πάλι του ξέφυγε. Της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και βγήκε πάλι έξω στην αυλή, αλλά τώρα η κλώσσα δεν του καθόταν με τίποτα να την πιάσει. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι αδερφές της άρχισαν να κακαρίζουν τόσο δυνατά που ξύπνησαν την Αδερφή του Ήλιου. Εκείνη πήδησε από το κρεββάτι της και πήγε μπροστά στο νεαρό: “Δεν θα αποκτήσεις την κλώσσα μου, μέχρι να μου φέρεις την αδερφή μου, που την έκλεψε ένας γίγαντας και την πήγε στο κάστρο του, μέρες μακριά”.


Αργά και θλιμμένα, ο νεαρός βγήκε από το κάστρο και είπε στους συντρόφους του, που τον περίμεναν απέξω, τι είχε κάνει - πώς είχε καταφέρει να πιάσει την κλώσσα τρεις φορές και τις τρεις φορές την άφησε να του φύγει: “Το ήξερα ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολο”, είπε η αλεπού κουνώντας το κεφάλι, “αλλά ας μην καθυστερούμε άλλο. Ας ξεκινήσουμε αμέσως να βρούμε τη χαμένη αδερφή. Για καλή μας τύχη, ξέρω το δρόμο”.


Περπάτησαν για πολλές μέρες μέχρι που τελείως ξαφνικά, η αλεπού που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε: “Το κάστρο του γίγαντα είναι κοντά”, είπε, “αλλά όταν φτάσουμε, εσείς οι δυο πρέπει να περιμένετε έξω όσο εγώ θα πάω να φέρω την πριγκίπισσα. Μόλις την φέρω έξω, πρέπει αμέσως οι δυο σας να την πιάσετε, να την κρατήσετε σφιχτά και να τρέξετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Εντωμεταξύ, εγώ θα επιστρέψω στο κάστρο να καθυστερήσω τους γίγαντες - και είναι πολλοί - πριν καταλάβουν ότι η πριγκίπισσα απέδρασε”.


Λίγο αργότερα έφτασαν στο κάστρο και η αλεπού, που φάνηκε πως είχε ξαναβρεθεί σε αυτά τα μέρη, γλύστρησε μέσα χωρίς δυσκολία. Στην κεντρική αίθουσα του κάστρου είχαν μαζευτεί αρκετοί γίγαντες κάθε ηλικίας και χόρευαν γύρω από την πριγκίπισσα. Σαν είδαν την αλεπού, είπαν όλο χαρά: “Ε, παλιόφιλε! Χρόνια και ζαμάνια! Έλα κι εσύ να χορέψεις μαζί μας!”. Η αλεπού πλησίασε, σηκώθηκε στα πισινά της πόδια και άρχισε να χορεύει με τους καλύτερους χορευταράδες. Μετά από λίγο όμως σταμάτησε και είπε: “Έμαθα έναν νέο χαριτωμένο χορό και θέλω να σας τον μάθω. Αλλά χορεύεται ανά δύο και, αν και η πριγκίπισσα το επιθυμεί, θα της τον μάθω τώρα κιόλας”. Οι γίγαντες ενθουσιάστηκαν και είπαν: “Να της τον μάθεις, να της τον μάθεις, πάντα μας αρέσουν τα καινούρια!” και έβαλαν την πριγκίπισσα ανάμεσα στα μπροστινά πόδια της αλεπούς. Η αλεπού τότε, με το ένα της πισινό πόδι, έριξε κάτω τη μοναδική συστάδα από φώτα, που φώτιζε όλο το δωμάτιο και με αστραπιαία ταχύτητα, φυγάδευσε την πριγκίπισσα μέχρι την πύλη του κάστρου των γιγάντων. Οι σύντροφοί του έπιασαν αμέσως την πριγκίπισσα και την κράτησαν σφιχτά όπως τους είχε συμβουλέψει η αλεπού, η οποία και γύρισε γρήγορα πίσω στην αίθουσα με τους γίγαντες. Όλοι τους προσπαθούσαν να ανάψουν φωτιά για να φωτίσουν τον χώρο, μέχρι που κάποιος φώναξε:

Ε! Πού είναι η πριγκίπισσα;

Εδώ, στα μπράτσα μου, απάντησε η αλεπού. Μη φοβάστε, είναι ασφαλής.

Και περίμενε ώσπου οι σύντροφοι της να έχουν απομακρυνθεί αρκετά, τουλάχιστον τρία με τέσσερα βουνά. Τότε έτρεξε προς την πόρτα και φεύγοντας είπε στους γίγαντες: “Η δεσποσύνη είναι εδώ, ελάτε να την πιάσετε αν μπορείτε!”.

Οι γίγαντες συνειδητοποίησαν τότε, ότι το έπαθλο τους απέδρασε και πήραν στο κατόπι την αλεπού όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Νόμιζαν πως η αλεπού είχε την πριγκίπισσα στην πλάτη της. Η αλεπού βέβαια, παραήταν έξυπνη και δεν πήρε τον ίδιο δρόμο που είχαν πάρει οι σύντροφοι της, μόνο έμπαινε και έβγαινε από δάσος σε δάσος, ώσπου και αυτή η ίδια κουράστηκε τόσο πολύ που ξάπλωσε να κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο. Τόση ήταν η κούραση της, που δεν άκουσε τους γίγαντες να πλησιάζουν και μόνο όταν το χέρι ενός ήταν έτοιμο να τη γραπώσει από την ουρά, άνοιξε τα μάτια της. Πήδηξε ψηλά κι άρχισε πάλι να τρέχει και να τρέχει, όλο το βράδυ έτρεχε. Μα σαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα, σταμάτησε και περίμενε τους γίγαντες να την πλησιάσουν. Σαν τους είδε, γύρισε προς το μέρος τους και είπε ήρεμα: “Κοιτάξτε, να η Αδερφή του Ήλιου!”. Οι γίγαντες γύρισαν να κοιτάξουν και ευθύς έγιναν όλοι πέτρα. Τότε η αλεπού έκανε μια βαθιά υπόκλιση σε κάθε έναν και πήγε να βρει τους φίλους της.


Σύντομα τους έφτασε και οι τέσσερις τους ταξίδεψαν αρκετά μερόνυχτα, μέχρι που έφτασαν στο κάστρο της Αδερφής του Ήλιου. Τι χαρά και ευτυχία που πλημμύρισε ολόκληρο το κάστρο, σαν είδαν όλοι την πριγκίπισσα που νόμιζαν για νεκρή! Συγχάρηκαν εγκάρδια και τον νεαρό, που πέρασε τόσα πολλά για να τη σώσει. Η Αδερφή του Ήλιου του έδωσε αμέσως την κλώσσα που του είχε τάξει και του είπε ότι σε μερικά χρόνια, όταν θα ήταν λίγο μεγαλύτερος, θα ερχόταν να τον βρει για να γίνει γυναίκα του. Ο νεαρός δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του και στην καλή του τύχη, που θα είχε για γυναίκα του την πιο όμορφη κοπέλα του κόσμου. Αυτή μάλιστα, που με το λαμπερό αστέρι στο μέτωπο της έδιωχνε και το πιο πυκνό σκοτάδι.


Έτσι ο νεαρός και οι φίλοι του πήραν το δρόμο του γυρισμού, ενώ σε όλη τη διαδρομή εκείνος ονειρευόταν τη μέρα που θα ερχόταν να τον βρει η καλή του. Ένας ένας όμως οι συνταξιδιώτες του, τον άφησαν στα σημεία όπου είχαν πρωτοσυναντηθεί και έτσι ο γιος του κηπουρού έφτασε μόνος του στην πατρίδα του και την πύλη του παλατιού. Με την κλώσσα στην αγκαλιά του, παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά και του εξιστόρησε όλες τις περιπέτειες του. Του είπε επίσης και πως θα ερχόταν να τον βρει σε μερικά χρόνια η ομορφότερη κοπέλα του κόσμου για να γίνει γυναίκα του, μια κοπέλα που το λαμπερό αστέρι στο μέτωπο της έδιωχνε κάθε σκοτάδι μακριά. Ο βασιλιάς άκουσε προσεκτικά την ιστορία του νεαρού και όταν αυτός τελείωσε του είπε: “Αν δω ότι λες ψέματα, θα σε ρίξω μέσα σε ένα βαρέλι όλο πίσσα”. Αλλά το αγόρι νευριασμένο απάντησε: “Όλα είναι πέρα για πέρα αλήθεια”, και έδωσε μάλιστα ακριβή μέρα και ώρα που θα ερχόταν η πριγκίπισσα να τον παντρευτεί.


Σαν πλησίαζε όμως εκείνη η μέρα και η νύφη του ήταν άφαντη, ο γιος του κηπουρού ανησυχούσε όλο και περισσότερο, ειδικά αφού έμαθε ότι ετοιμαζόταν ένα βαρέλι με γράσο και ειδικές ράγες για να σταθεί και να ανάψουν φωτιά από κάτω του. Κάθε μέρα, όλη μέρα, το αγόρι στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε έξω τη θάλασσα από την οποία θα κατέφτανε η νύφη του. Μα δεν υπήρχε στον ορίζοντα ούτε λευκό πανί ούτε σημαδούρα. Και μια μέρα εκεί που καθόταν και κοίταζε από το παράθυρο, ήρθαν οι στρατιώτες και τον πήραν και τον έφεραν εκεί που έβραζε το βαρέλι με την πίσσα. Ο νεαρός άρχισε να τρέμει ξέροντας πως δεν υπήρχε σωτηρία. Μόνο έκλεισε τα μάτια του να μη βλέπει. Τον διέταξαν να ανέβει τα σκαλοπάτια μέχρι το βαρέλι που κόχλαζε, αλλά ξαφνικά, κατέφτασαν οι άνδρες της φρουράς, φωνάζοντας πως πλησίαζε στο βασίλειο ένα καράβι με λευκά πανιά. Κανείς δεν ήξερε τι καράβι ήταν κι από πού ερχόταν και ο βασιλιάς είπε πως θα περίμενε να φτάσει πρώτα το καράβι και μετά θα έβραζε τον γιο του κηπουρού, χρόνος υπήρχε γι’ αυτό.


Το καράβι άραξε στο λιμάνι και μια φήμη άρχισε να μεταφέρεται από στόμα σε στόμα, ότι η Αδερφή του Ήλιου είχε έρθει να παντρευτεί τον γιο του κηπουρού. Σαν κατέβηκε από το καράβι στη στεριά, ζήτησε να την οδηγήσουν στο καλυβάκι που της είχε περιγράψει ο αγαπημένος της, όπου περίμενε να τον βρει:

Δεν με γνώρισες; ρώτησε η Αδερφή του Ήλιου τον αγαπημένο της που είχε παραλύσει από το φόβο.

Όχι, όχι, δεν σε ξέρω, της απάντησε ο νεαρός, χωρίς καν να σηκώσει τα μάτια του να την κοιτάξει.

Φίλησε με, είπε η κοπέλα και ο νεαρός το έκανε, αλλά πάλι δεν σήκωσε τα μάτια του να την κοιτάξει.

Ούτε τώρα με γνωρίζεις; τον ρώτησε.

Όχι, δεν σε ξέρω, δεν σε ξέρω, είπε ο νεαρός με τον τρόπο ενός ανθρώπου που ήταν στα όρια της τρέλας.

Εκείνη τη στιγμή η Αδερφή του Ήλιου φοβήθηκε στ’ αλήθεια και, ξεκινώντας από την αρχή, είπε στον νεαρό την ιστορία του πώς γνωρίστηκαν και πως ταξίδεψε τόσο μακρυά για να γίνει γυναίκα του. Μόλις τελείωσε την εξιστόρηση της, κατέφτασε και ο βασιλιάς που ήρθε να δει αν ότ,ι του είχε πει το αγόρι ήταν αλήθεια. Δεν είχε προλάβει όμως να ανοίξει καλά καλά την πόρτα της καλύβας και τυφλώθηκε από το φως που διαχέονταν παντού μέσα. Θυμήθηκε τότε, ότι η πριγκίπισσα νύφη είχε ένα αστέρι στο μέτωπο της. Έκανε μερικά βήματα πίσω σαν μεθυσμένος και μια πρωτόγνωρη περιέργεια τον κυρίευσε. Μπήκε στο καλυβάκι και αμέσως έπεσε μπροστά στα πόδια της Αδερφής του Ήλιου, παρακαλώντας την να ξεχάσει ολότελα το φτωχό παιδί και να κάτσει στον θρόνο, στο πλευρό του. Εκείνη όμως γέλασε και τον διαβεβαίωσε πως ο δικός της θρόνος ήταν καλύτερος, πως ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ευχαριστούσε την ψυχή της και ότι μόνο τον νεαρό θα έπαιρνε για άντρα της, που κιόλας δεν θα τον είχε γνωρίσει αν δεν τον είχε στείλει εκεί ο ίδιος ο βασιλιάς: “Θα τον παντρευτώ αύριο κιόλας”, είπε κοφτά και πρόσταξε να ξεκινήσουν οι ετοιμασίες αμέσως.


Την ημέρα του γάμου λοιπόν, ο πατέρας του νεαρού ενημέρωσε τη λαμπερή πριγκίπισσα, πως ήταν νόμος αυτής της χώρας, στους γάμους να παρευρίσκεται πάντα ο βασιλιάς και πως ήλπιζε πως δεν θα καθυστερούσε πολύ ακόμα. Πέρασε μία ώρα, πέρασαν δύο ώρες και όλοι οι καλεσμένοι περίμεναν και κοιτούσαν τριγύρω, ώσπου ακούστηκε από μακριά ο ήχος τρομπετών και μια μεγαλόπρεπη πομπή φάνηκε στον δρόμο. Πάνω σε έναν βελούδινο θρόνο καθόταν ο βασιλιάς που, ρίχνοντας μια ματιά στην ομήγυρη, είπε: “Δεν προτίθεμαι να σταματήσω αυτόν τον γάμο. Αλλά για να αποδείξει ο νεαρός πως είναι πραγματικά άξιος μιας τέτοιας νύφης, τον καλώ να ολοκληρώσει τρεις άθλους. Ο πρώτος άθλος είναι σε μία μέρα να κόψει όλα τα δέντρα ενός ολάκερου δάσους!”. Ο νεαρός ξαφνιάστηκε με αυτά τα λόγια του βασιλιά. Ποτέ ξανά στη ζωή του δεν είχε ξανακόψει δέντρο και δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. Και πόσο μάλλον να κόψει ένα ολόκληρο δάσος! Μα η πριγκίπισσα που κοιτώντας τον κατάλαβε ακριβώς τι σκεφτόταν, του ψυθίρισε στ’ αυτί: “Μη φοβάσαι καλέ μου. Στο καράβι μου θα βρεις ένα τσεκούρι. Πάρ’ το και πήγαινε στο δάσος. Μόλις κόψεις το πρώτο δέντρο, απλά πες “Ας πέσει έτσι όλο το δάσος” και μεμιάς όλα τα δέντρα θα σωριαστούν χάμω. Πάρε τρία ροκανίδια από το πρώτο δέντρο που έκοψες και βάλ’ τα στην τσέπη σου”.


Και ο νεαρός έκανε ακριβώς ό,τι του είχε πει η πριγκίπισσα, και σύντομα γύρισε πίσω με τα τρία ροκανίδια στο παλτό του.


Το επόμενο πρωί, η πριγκίπισσα το καλοσκέφτηκε και ανακοίνωσε πως μιας και εκείνη δεν ανήκε στο βασίλειο και δεν ήταν υπήκοος του βασιλιά, δεν ήταν υποχρεωμένη να υπακούει στους νόμους του. Θα παντρευόταν λοιπόν εκείνη τη μέρα κιόλας! Τότε ο μελλοντικός της πεθερός της είπε πως, μπορεί για εκείνη όντως να ίσχυε αυτό, αλλά για τον γιό του τα πράγματα ήταν διαφορετικά και αν παράκουγε τους νόμους της πατρίδας του, τότε θα αποκεφαλιζόταν. Ήλπιζε όμως, ότι λαμβάνοντας υπόψη τη χθεσινή επιτυχία του γιου του, ο βασιλιάς θα ήταν πιο επιεικής αυτή την φορά. Έτσι, το ζευγάρι βάλθηκε να περιμένει υπομονετικά την άφιξη του βασιλιά.


Πράγματι, δεν άργησε πολύ, αλλά κατάλαβαν αμέσως από την έκφραση στο πρόσωπο του, πως δεν είχε καλές προθέσεις: “Αυτός ο γάμος δεν πρόκειται να γίνει”, είπε επιτακτικά ο βασιλιάς, “αν ο νεαρός δεν ξαναριζώσει όλα τα δέντρα που έκοψε εχθές!”. Αυτό φάνηκε στον νεαρό ακόμη πιο δύσκολο από το χτεσινό και θλιμμένος στράφηκε στην Αδερφή του Ήλιου: “Όλα είναι καλά”, το ψυθίρισε εκείνη ενθαρρυντικά, “πάρε αυτό το νερό και βρέξε τα πεσμένα δέντρα και πες ‘Ας σηκωθεί τώρα ολόκληρο το δάσος’ και σε μια στιγμή όλα τα δέντρα θα σηκωθούν”.


Και ο νεαρός έκανε ό,τι του είπε η πριγκίπισσα και το δάσος πήρε την αρχική του μορφή.


Τώρα η πριγκίπισσα ήταν σίγουρη πως, δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσουν άλλο το γάμο, και πρόσταξε να ξεκινήσουν οι ετοιμασίες για να είναι όλα έτοιμα την επόμενη. Μα ξανά, επενέβη ο κηπουρός και της είπε πως χωρίς τη συγκατάθεση του βασιλιά, γάμος δεν θα γινόταν. Για τρίτη φορά λοιπόν, περίμεναν όλοι τον βασιλιά και για τρίτη φορά δήλωσε πως δεν θα επέτρεπε να γίνει αυτός ο γάμος αν ο νεαρός δεν σκότωνε πρώτα το τρομερό ερπετό που είχε τη φωλιά του κοντά στο ποτάμι, πίσω από το κάστρο. Αν και όλοι στο βασίλειο γνώριζαν για την ύπαρξη αυτού του φοβερού ερπετού, κανείς δεν το είχε δει ποτέ. Κάποιες φορές όμως, όταν κανένα παιδάκι απομακρυνόταν, γινόταν άφαντο και οι υπόλοιπες μητέρες φοβέριζαν τα παιδιά τους και τους απαγόρευαν να πάνε κοντά στο ποτάμι, που στις όχθες του είχε τα πιο ζουμερά φρούτα και τα ομορφότερα λουλούδια. Και έτσι ο γιος του κηπουρού άρχισε να τρέμει από φόβο για το τι τον περίμενε: “Και σε αυτό θα επιτύχεις”, του ψυθίρισε η Αδερφή του Ήλιου πιάνοντας του τρυφερά το χέρι. “Στο καράβι μου έχω ένα μαγικό σπαθί, που μπορεί να κόψει τα πάντα. Πήγαινε στο ποτάμι, λύσε μια βαρκούλα που είναι δεμένη εκεί και ρίξε τα ροκανίδια μέσα στο νερό. Μόλις το ερπετό σηκώσει το ανάστημα του, εσύ κόψε τα τρία του κεφάλια με το σπαθί. Κόψε και τις τρεις γλώσσες του και το επόμενο πρωί πήγαινε στην κουζίνα του παλατιού. Αν σε δει ο βασιλιάς, τότε πες ‘Σου προσφέρω αυτά τα τρία δώρα ως αντάλλαγμα για της υπηρεσίες που σου προσέφερα!’ και πέτα τις γλώσσες πάνω του. Μετά τρέξε προς το καράβι μου με όση δύναμη έχουν τα πόδια σου και θυμήσου να μην γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω”.


Ο νεαρός έκανε ό,τι του είχε πει η πριγκίπισσα. Έλυσε τη βαρκούλα, προχώρησε για λίγο στο ποτάμι και έριξε τα ροκανίδια. Τότε, το τρομερό ερπετό βγήκε στη επιφάνεια με έναν δυνατό συριγμό. Ο νεαρός είχε ήδη έτοιμο το ξίφος και την επόμενη στιγμή τα τρία κεφάλια του ερπετού επέπλεαν στην επιφάνεια του ποταμού. Έκανε κουπί να τα φτάσει, τους έκοψε τις γλώσσες και έδεσε τη βάρκα πάλι στην όχθη όπου την είχε βρει. Το επόμενο πρωί , πήγε τις γλώσσες στη βασιλική κουζίνα και σαν μπήκε και ο βασιλιάς όπως συνήθιζε για να δει τι του ετοίμαζαν, ο γιος του κηπουρού πέταξε τις γλώσσες καταπάνω του λέγοντας: “Ορίστε το δώρο σου σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες μου!”. Γύρισε αμέσως στην πόρτα απ’ όπου είχε μπει και δεν σταμάτησε να τρέχει. Για κακή του τύχη όμως, έχασε τον δρόμο του και άρχισε να τρέχει σε κύκλους, μην ξέροντας προς τα που να πάει. Συγχησμένος, άρχισε να κοιτάει προς όλες τις κατευθύνσεις και προς μεγάλη του έκπληξη, η πόλη και το παλάτι είχαν εξαφανιστεί! Τότε γύρισε το βλέμμα του από την άλλη και κάπου στο βάθος μπόρεσε να διακρίνει το καράβι της Αδερφής του Ήλιου, με τα πανιά του ανοιγμένα, να σαλπάρει μακριά.


Βλέποντας αυτό το θέαμα, ο νεαρός κόντεψε να τρελαθεί και όλη την υπόλοιπη μέρα τριγυρνούσε άσκοπα, μην ξέροντας τι να κάνει και πού να πάει, ώσπου είδε καπνό να βγαίνει από μια αχυρένια καλύβα λίγο παραπέρα. Έφτασε στην πόρτα και φώναξε: “Ω μητέρα, άσε με να μπω, δείξε έλεος!” Η γριά γυναίκα που έμενε εκεί, τον προσκάλεσε να περάσει μέσα και ο νεαρός με το που μπήκε στην καλύβα, την ρώτησε με αγωνία: “Ω μητέρα, καλή μητέρα, τι μπορείς να μου πεις για την Αδερφή του Ήλιου;”. Μα η γριά γυναίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι: “Δεν ξέρω τίποτα για αυτήν νεαρέ μου”. Ο γιος του κηπουρού έκανε να φύγει, μα η γυναίκα τον πρόλαβε και, του έδωσε ένα γράμμα και τον παρακάλεσε να το παραδώσει στην αμέσως μεγαλύτερη αδερφή της, λέγοντας του: “Και αν κουραστείς στον δρόμο, βγάλε το γράμμα από τον φάκελο και τρίψ’ το ανάμεσα στα χέρια σου”. Ο νεαρός σάστισε, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς αυτό θα του ήταν χρήσιμο. Δεν απάντησε όμως και πήρε τον δρόμο του, μην ξέροντας κατά πού τραβούσε. Μετά από πολλές ώρες πεζοπορίας, αισθάνθηκε τρομερή κούραση και θυμήθηκε τι του είχε πει η γριά γυναίκα. Έβγαλε το γράμμα από τον φάκελο και τον έτριψε ανάμεσα στα χέρια του. Προς έκπληξη του, όλη του η κούραση χάθηκε μεμιάς και συνέχισε το ταξίδι του, μέχρι που συνάντησε άλλη μια αχυρένια καλύβα: “Σε παρακαλώ άσε με να μπω, καλή μητέρα”, φώναξε. “Έχω ένα γράμμα από την αδερφή σου” και αμέσως πρόσθεσε, “αλλά πες μου, τι ξέρεις για την Αδερφή του Ήλιου;”. Η γυναίκα από μέσα από την καλύβα του είπε: “Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτήν” και ο νεαρός γύρισε να φύγει. Τότε όμως η γριά άνοιξε την πόρτα, τον σταμάτησε και πήρε το γράμμα από τα χέρια του. Δίνοντας του τότε ένα άλλο γράμμα, του είπε: “Πήγαινε σε παρακαλώ αυτό το γράμμα στη μεγαλύτερη αδερφή μου. Κι αν κουραστείς στον δρόμο βγάλ’ το από τον φάκελο και τρίψ’ το στα χέρια σου”.


Ο νεαρός έβαλε το γράμμα στην τσέπη του και περπάτησε πέρα από λιβάδια και λόφους ώσπου συνάντησε κι άλλο αχυρένιο καλυβάκι, πανομοιότυπο με τα άλλα δύο: “Άνοιξε μου να μπω, καλή μητέρα”. Η πόρτα άνοιξε και αφού μπήκε στο καλυβάκι, ο νεαρός ρώτησε όλο αγωνία τη γυναίκα: “Έχω ένα γράμμα από την αδερφή σου, αλλά εσύ ξέρεις τίποτα για την Αδερφή του Ήλιου;”. Και η γυναίκα του απάντησε: “Ναι, κάτι ξέρω. Ζει στο κάστρο στην Μπάνκα. Ο πατέρας της πριν μερικές μέρες έχασε μια σημαντική μάχη, γιατί του έκλεψες το μαγικό σπαθί του και η Αδερφή του Ήλιου αργοπεθαίνει από τη στενοχώρια της. Μα σαν τη συναντήσεις, τρύπησε της την παλάμη με αυτήν εδώ την καρφίτσα και πιες το αίμα που θα βγει. Τότε μόνο θα ηρεμήσει και θα σε αναγνωρίσει πάλι. Πρόσεχε όμως! Τρομερά πράγματα θα σου συμβούν μέχρι να φτάσεις στο κάστρο στην Μπάνκα!”.


Ο νεαρός ευχαρίστησε τη γριά γυναίκα, κλαίγοντας από χαρά με τα νέα που είχε ακούσει και συνέχισε το ταξίδι του. Σύντομα όμως, συνάντησε δυο αδέρφια στην άκρη του δρόμου, που διαφωνούσαν για ένα κομμάτι ύφασμα:

Καλοί μου άνθρωποι, γιατί μαλώνετε; τους ρώτησε. Αυτό το ύφασμα δεν φαίνεται να έχει μεγάλη αξία…

Ναι, μοιάζει με κουρέλι, του είπαν, αλλά μας το άφησε ο πατέρας μας και αν φασκιωθεί κανείς με αυτό γίνεται αόρατος και το θέλουμε ο καθένας μας για τον εαυτό του.

Δώστε μου το να το δω μια στιγμή και μπορώ να αποφασίσω εγώ για το ποιος θα το πάρει, είπε ο γιος του κηπουρού.

Στους αδελφούς άρεσε αυτή η ιδέα, μιας και δεν μπορούσαν να βρουν λύση μόνοι τους και του έδωσαν το μαγικό ύφασμα. Μα σαν ο νεαρός το τύλιξε απάνω του, εξαφανίστηκε σαν να μην ήταν εκεί ποτέ.


Συνέχισε το ταξίδι του, μέχρι που συνάντησε στον δρόμο του άλλους δυο άνδρες που μάλωναν για ένα τραπεζομάντηλο:

Μα τι τρέχει; ρώτησε ο νεαρός σταματώντας κοντά τους.

αν απλώσει κανείς αυτό το τραπεζομάντηλο, του απάντησαν, αμέσως γεμίζει με λαχταριστά φαγητά και το θέλουμε ο καθένας μας για τον εαυτό του.

Δώστε μου το τραπεζομάντηλο να το δοκιμάσω και θα αποφασίσω εγώ για το ποιος θα το πάρει.

Οι δυο άντρες, έχοντας κουραστεί να διαφωνούν χωρίς αποτέλεσμα, συμφώνησαν και έδωσαν στο αγόρι το τραπεζομάντηλο. Εκείνος φόρεσε το ύφασμα που τον έκανε αόρατο και εξαφανίστηκε μαζί με το τραπεζομάντηλο.


Λίγο παραπέρα, στην άκρη του δρόμου, ο νεαρός είδε πάλι δυο άντρες που αυτή τη φορά είχαν πιάσει ο καθένας τους από μια άκρη ενός ραβδιού και πότε φαινόταν ότι θα το κέρδιζε ο ένας, πότε ο άλλος:

Γιατί μαλώνετε έτσι; Τυχαία να κόψετε ένα δέντρο, θα βρείτε καμιά ντουζίνα ραβδιά σαν κι αυτό, τους είπε ο νεαρός.

Έτσι νομίζεις, του είπε ο ένας. Ένα χτύπημα από τη μια άκρη αυτού του ραβδίου μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο, ενώ ένα άγγιγμα από την άλλη μπορεί να τον ξαναζωντανέψει. Δεν βρίσκεις εύκολα τέτοιο ραβδί!

Έχεις δίκιο σε αυτό, είπε ο νεαρός. Δώστο μου να το δω και θα σας πω εγώ, ποιος πρέπει να το πάρει.

Και οι άντρες το θεώρησαν καλή ιδέα και του έδωσαν το ραβδί. “Είναι πολύ μυστήριο”, είπε ο νεαρός, “ποια άκρη είναι όμως αυτή που σε ξαναφέρνει πίσω στη ζωή;” Και μόλις οι άνδρες του έδειξαν τη σωστή άκρη, ο νεαρός καλύφθηκε με το ύφασμα που τον έκανε αόρατο κι εξαφανίστηκε.


Κοντά στο τέλος της διαδρομής τους, ο νεαρός συνάντησε ακόμη δυο άντρες, που αυτή τη φορά μάλωναν για ένα ζευγάρι παπούτσια:

Καλέ, τι μαλώνετε για αυτά τα παλιοπάπουτσα; τους ρώτησε. Με αυτά δεν μπορείς να κάνεις ούτε δυο βήματα, χωρίς να διαλυθούν!

Ναι, φαίνονται αρκετά παλιά, του απάντησαν οι άνδρες. Μα όποιος τα φορέσει και ευχηθεί να βρεθεί σε κάποιο μέρος, φτάνει αμέσως εκεί, χωρίς να χρειαστεί να περπατήσει.

Πολύ έξυπνο, είπε ο νεαρός. Αφήστε με να τα δοκιμάσω και θα σας πω εγώ, ποιος από εσάς πρέπει να τα πάρει.

Οι άνδρες δέχτηκαν, του έδωσαν τα παπούτσια, μα σαν τα φόρεσε, ο γιος του κηπουρού είπε: “Θέλω να βρεθώ στον κάστρο στην Μπάνκα!” και πριν το καταλάβει, είχε ήδη φτάσει. Εκεί βρήκε και την Αδερφή του Ήλιου που ήταν ετοιμοθάνατη από τη στενοχώρια. Γονάτισε στο πλευρό της, έπιασε την καρφίτσα και της τρύπησε την παλάμη να τρέξει αίμα. Όπως του είχε πει η…

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu