Μίτος
Μίτος
Feb 22, 2021
Η Κουτσή Αλεπού
Play • 28 min

Από τη Σερβία, η πολυτάλαντη, έξυπνη και παμπόνηρη αλεπού, βοηθά τον κουτό γιο να φέρει εις πέρας την αποστολή του.


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Η Κουτσή Αλεπού


Ήταν κάποτε ένας άντρας που είχε τρεις γιούς - δυο έξυπνους και έναν πιο αργόστροφο. Αυτός ο άντρας είχε δυο περίεργα μάτια - το δεξί του μάτι πάντα χαμογελούσε, ενώ το αριστερό του μάτι πάντα έκλαιγε και έτρεχαν δάκρυα διαρκώς. Μια μέρα οι γιοί του αποφάσισαν να πάνε ένας ένας και να ρωτήσουν τον πατέρα τους, γιατί το δεξί του μάτι γελούσε ενώ το αριστερό έκλαιγε.


Έτσι, ο μεγαλύτερος γιός πήγε στον πατέρα του και του είπε: “Πατέρα, θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά: Γιατί το ένα σου μάτι πάντα γελάει και το άλλο κλαίει;”. Ο πατέρας δεν του απάντησε, παρά μόνο γέμισε οργή, σήκωσε ένα μαχαίρι, πλησίασε τον γιο του όλο μίσος ο οποίος έτρεξε γρήγορα έξω από το σπίτι, με αποτέλεσμα το μαχαίρι να καρφωθεί στην πόρτα. Οι άλλοι δυο γιοι, που περίμεναν έξω από το σπίτι όλο ανυπομονησία, μόλις είδαν τον μεγαλύτερο τους αδερφό να βγαίνει στο κατώφλι, τον ρώτησαν αμέσως τι είχε απαντήσει ο πατέρας τους. Εκείνος όμως το μόνο που τους είπε, ήταν: “Αν δεν έχετε ίχνος σοφίας μέσα σας, πηγαίνετε και ρωτήστε τον, να σας πει ο ίδιος”.


Ο μεσαίος γιός αποφάσισε να πάει ο ίδιος να ρωτήσει τον πατέρα για τα μάτια του: “Πατέρα, απάντησε μου ειλικρινά σε αυτό που θα σε ρωτήσω: Γιατί το δεξί σου μάτι πάντα γελά και το αριστερό πάντα κλαίει;” Ο πατέρας δεν απάντησε ούτε στον μεσαίο γιο, παρά μόνο εξοργισμένος σήκωσε το μαχαίρι και του όρμησε απειλητικά, καρφώνοντας το μαχαίρι στην πόρτα και τελικά, βγήκε από το σπίτι ξεφυσώντας. Όταν ο μεσαίος γιος βγήκε από το σπίτι να συναντήσει τα αδέρφια του, αυτά τον ρώτησαν: “Πες μας αδερφέ, που καλή τύχη και ευημερία να ‘χεις, τι σου απάντησε ο πατέρας μας;” Και αυτός μόνο τους απάντησε: “Αν δεν έχετε ούτε λίγη σοφία μέσα σας, πηγαίνετε κι ακούστε τι θα σας πει”. Λέγοντας το αυτό απευθύνθηκε μόνο στον μικρότερο γιο, για να πάει κι αυτός να ρωτήσει τον πατέρα τους.


Πήγε και ο μικρότερος, ο πιο αργόστροφος γιος από τους τρεις στον πατέρα και τον ρώτησε: “Πατέρα, οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί μου δεν μου λένε τι τους είπες όταν σε ρώτησαν. Πες μου εμένα γιατί το δεξί σου μάτι πάντα γελάει και το αριστερό σου πάντα κλαίει;” Και ο πατέρας αμέσως αγρίεψε τόσο που σήκωσε το μαχαίρι και πήγε να του επιτεθεί. Μα εκείνος εκεί που στεκόταν εκεί και στάθηκε, δεν έκανε βήμα και δεν φάνηκε καθόλου φοβισμένος. Βλέποντας το αυτό ο πατέρας του, είπε: “Εσύ είσαι πραγματικός γιός μου, να το ξέρεις. Οι άλλοι δύο είναι δειλοί. Ο λόγος που το δεξί μου μάτι πάντα γελάει είναι, γιατί είμαι ευτυχισμένος και τυχερός που έχω παιδιά που με υπακούν και με βοηθούν σε όλα. Το αριστερό μου μάτι πάντα κλαίει γιατί: είχα κάποτε ένα αμπέλι στον κήπο μου, που γέμιζε έναν κουβά κρασί κάθε ώρα. Εικοσιτέσσερις κουβάδες κρασί την ημέρα! Αλλά κάποιος μου έκλεψε το αμπέλι και δεν ξέρω ποιος, μα ούτε πού είναι και πώς να το βρω. Γι’ αυτό κλαίει το αριστερό μου μάτι και θα κλαίει έτσι μέχρι να πεθάνω, εκτός κι αν το βρω.” Όταν βγήκε έξω ο μικρότερος γιος, τα αδέρφια του τον ρώτησαν τι του είχε πει ο πατέρας τους κι αυτός τους τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα.


Αμέσως, τα αδέρφια ετοίμασαν ένα αποχαιρετιστήριο φαγοπότι για τον πατέρα  και τους γείτονες και ξεκίνησαν το ταξίδι τους να βρουν το χαμένο αμπέλι. Στο ταξίδι, βρήκαν στον δρόμο τους ένα σταυροδρόμι με τρία παρακλάδια. Τα δύο μεγαλύτερα κι εξυπνότερα αδέρφια συζήτησαν μεταξύ τους και ανακοίνωσαν στον μικρότερο, χαζούλη αδερφό τους: “Έλα αδερφέ μου, ας διαλέξει ο καθένας από έναν δρόμο κι ας πάει ο καθένας μας μόνος του να βρει την τύχη του.” Και ο μικρότερος γιος αποκρίθηκε: “Εντάξει αδέρφια μου, διαλέξτε εσείς όποιον δρόμο θέλετε και εγώ θα πάρω αυτόν που απομένει”. Οι δυο μεγαλύτεροι διάλεξαν δυο δρόμους που αρχικά χωρίζονταν, αλλά σύντομα ξανασυναντιόντουσαν και έτσι, αφού ξεκίνησαν και βρέθηκαν μετά από λίγο να ταξιδεύουν και πάλι μαζί, είπαν: “Δόξα τω Θεώ που ξεφορτωθήκαμε αυτόν τον βλάκα!” Και έκατσαν στην άκρη του δρόμου να κολατσίσουν. Δεν είχαν κάτσει καλά καλά, τους πλησίασε μια αλεπού που περπατούσε με τρία μόνο πόδια. άρχισε να παρακαλά τα αδέρφια να μοιραστούν λίγο από το φαγητό τους μαζί της, αλλά εκείνα μόλις την είδαν είπαν: “Α! Μια αλεπού, ας την σκοτώσουμε!” και σήκωσαν τα ρόπαλά τους και την πήραν στο κατόπι. Η αλεπού κουτσαίνοντας προσπάθησε να τους ξεφύγει και ίσα που τα κατάφερε. Στο μεταξύ όμως, εκεί που είχαν στήσει το κολατσιό τους τα αδέρφια, πέρασαν κάτι τσοπανόσκυλα και έφαγαν μέχρι και το τελευταίο τους ψίχουλο. Έτσι, όταν τα αδέρφια γύρισαν πίσω χωρίς την αλεπού, δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο το βίος τους ρημαγμένο.


Ο τρίτος γιος, ο κουτός, πήρε τον δρόμο που του είχαν αφήσει τα αδέρφια του και πορεύτηκε μέχρι που άρχισε να πεινάει. Στην άκρη του δρόμου είδε μια αχλαδιά και πήγε κι έκατσε κάτω από τον ίσκιο της, να φάει το ψωμάκι και το χοιρινό του, με την ησυχία του. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να κάτσει, και να σου η ίδια κουτσή αλεπού, που μόλις είχε ξεφύγει από τα αδέρφια του. Τον πλησίασε κουτσαίνοντας στα τρία της πόδια και τον παρακάλεσε να μοιραστεί το φαγητό του μαζί της. Εκείνος τη λυπήθηκε έτσι κουτσή που ήταν και της είπε: “Έλα αλεπού μου, ξέρω πως πεινάς και ξέρω πόσο δύσκολο πρέπει να είναι για σένα να βρεις φαγητό με τα τρία σου ποδαράκια”. Και ο μικρότερος γιος μοιράστηκε το φαγητό του στη μέση με την αλεπού, όσο έφαγε ο ίδιος, τόσο έδωσε και σε εκείνη. Όταν και οι δυο τους τελείωσαν το φαγητό και στυλώθηκαν λιγάκι, η αλεπού ρώτησε: “Πες μου τώρα αληθινά αδερφέ μου, για πού το έβαλες;”. Ο κουτός αδερφός της είπε: “Έτσι κι έτσι, αλεπού μου: Έχω έναν πατέρα και δυο αδέλφια. Το ένα μάτι του πατέρα μας πάντα γελά, γιατί τον κάνουμε περήφανο. Το άλλο όλο κλαίει, γιατί κάποτε είχε ένα αμπέλι που του έκανε έναν κουβά κρασί την ώρα και του τό ‘κλεψαν. Εγώ λοιπόν θα γυρίσω όλον το κόσμο και θα ρωτάω όποιον βρίσκω στον δρόμο μου, αν ξέρει κάτι για αυτό το αμπέλι, για να το βρω και να το επιστρέψω στον πατέρα μου, ώστε να μην κλαίει πια το μάτι του”.


Είπε τότε η αλεπού: “Εγώ ξέρω πού είναι αυτό το αμπέλι. Ακολούθα με”. Ακολούθησε λοιπόν ο μικρότερος γιος την αλεπού, μέχρι που έφτασαν σε έναν μεγάλο κήπο. Γύρισε και του είπε η αλεπού: “Εκεί είναι το αμπέλι που ζητάς. Αλλά δεν θα είναι εύκολο να το πάρεις πίσω. Άκου τώρα προσεκτικά, τι θα σου πω. Στον κήπο, πριν φτάσεις στο αμπέλι θα περάσεις από δώδεκα φυλάκια και δώδεκα φρουρούς. Αν δεις τους φρουρούς να σε κοιτούν, τότε πέρνα ελεύθερα, γιατί αυτοί κοιμούνται με τα μάτια τους ανοικτά. Αλλά αν τους δεις με τα μάτια τους κλειστά, μην περάσεις, γιατί τότε είναι που είναι ξύπνιοι. Μόλις φτάσεις στο αμπέλι, στη βάση του θα δεις δυο φτυάρια - ένα χρυσό και ένα ξύλινο. Να μην πάρεις επουδενί το χρυσό, γιατί αυτό θα αρχίσει να κουδουνίζει και θα ξυπνήσει τους φρουρούς. Αν σε πιάσουν οι φρουροί, τότε ποιος σε σώζει! Να πάρεις το ξύλινο φτυάρι και να ξεριζώσεις προσεκτικά το αμπέλι, και τότε μπορείς να επιστρέψεις, μόνο όταν οι φρουροί έχουν τα μάτια τους ανοικτά. Τότε σίγουρα, θα έχεις το αμπέλι στα χέρια σου! Θα είμαι εδώ, στην είσοδο και θα σε περιμένω. ”


Μπήκε λοιπόν ο μικρότερος γιος στον κήπο και έφτασε στο πρώτο φυλάκιο με τον πρώτο φρουρό, ο οποίος τον κοιτούσε κατάματα. Το φάνηκε του γιου, πως θα μπορούσε να τον λιώσει με αυτό το βλέμμα του. Πέρασε όμως προσεκτικά τον πρώτο φρουρό και μετά τον δεύτερο και τον τρίτο και όλους τους φρουρούς και τα φυλάκια στη σειρά, μέχρι που διέσχισε όλον τον κήπο και έφτασε στο αμπέλι. Το αμπέλι ήταν όντως αυτό που έβγαζε έναν κουβά κρασί την ώρα. Κουράστηκε όμως να σκάβει με το ξύλινο φτυάρι και έπιασε να σκάψει με το χρυσό. Σαν έκανε την πρώτη σκαψιά, το χρυσό φτυάρι κουδούνισε τόσο δυνατά που ξύπνησε τον πιο κοντινό φρουρό, εκείνος έπιασε αμέσως τον κουτό γιο και τον πήγε κατευθείαν στον αφέντη του.


Ο αφέντης κοίταξε καλά καλά τον γιο και τον ρώτησε: “Πώς τόλμησες να περάσεις από όλους τους φρουρούς μου, να φτάσεις μέχρι το αμπέλι μου και να δοκιμάσεις να το κλέψεις;” Και ο μικρότερος γιος αποκρίθηκε: “Δεν είναι δικό σου το αμπέλι, είναι του πατέρα μου. Το αριστερό του μάτι κλαίει και θα κλαίει μέχρι να πεθάνει, αν δεν του γυρίσω πίσω το αμπέλι του. Κι αυτό θα κάνω, θα του το πάω πίσω. Αν δεν μου το δώσεις, εγώ θα επιστρέψω και θα δοκιμάσω για δεύτερη φορά να σου το πάρω και θα τα καταφέρω.” Ο αφέντης είπε τότε: “Δεν μπορώ να σου δώσω τα αμπέλι. Εκτός όμως κι αν μου φέρεις τη χρυσή μηλιά που ανθίζει και κάνει χρυσά μήλα κάθε εικοσιτέσσερις ώρες. Τότε θα σου δώσω το αμπέλι.”


Ο γιος πήγε πίσω στην αλεπού: “Λοιπόν, πώς πήγε;”, τον ρώτησε εκείνη. “Τι πως πήγε, δεν πήγε. Τους πέρασα όλους τους φρουρούς και έφτασα στο αμπέλι. Αλλά κουράστηκα να σκάβω με το ξύλινο φτυάρι και έπιασα το χρυσό. Αυτό κουδούνισε και ξύπνησε τον φρουρό. Ο φρουρός με έπιασε και με πήγε στον αφέντη του. Ο αφέντης είπε, οτι θα μου δώσει το αμπέλι αν του πάω τη χρυσή μηλιά που ανθίζει και κάνει χρυσά μήλα, όλα σε μια μέρα”. Και η αλεπού είπε απογοητευμένη: “Γιατί δεν έκανες όπως σου είπα; Θα είχες ξεμπερδέψει τώρα και θα είχες πάει το αμπέλι στον πατέρα σου”. Ο γιος έσκυψε το κεφάλι του ντροπιασμένος: “Βλέπω τώρα το λάθος μου. Να είσαι σίγουρη, δεν θα ξανασυμβεί”. “Καλά, καλά. Πάμε τώρα να πάρουμε τη χρυσή μηλιά”, είπε η αλεπού και οδήγησε τον μικρότερο για στο δρόμο για τη χρυσή μηλιά.


Αυτή τη φορά έφτασαν μπροστά σε ένα κήπο, πολύ ομορφότερο από τον προηγούμενο και η αλεπού έδωσε στον γιο παρόμοιες οδηγίες, για να περάσει από τους φρουρούς και τα φυλάκια: “...και μόλις τους περάσεις όλους θα φτάσεις στον κήπο με τη χρυσή μηλιά. Δίπλα της θα δεις δυο κοντάρια, ένα ξύλινο κι ένα χρυσό. Μην πιάσεις το χρυσό για να τινάξεις τη μηλιά, πιάσε το ξύλινο. Αν πιάσεις το χρυσό, με το που θα αγγίξεις τη μηλιά αυτό θα σφυρίξει τόσο δυνατά που θα ξυπνήσει τους φρουρούς και θα έχεις πρόβλημα. Πάρε το ξύλινο και μόλις τελειώσεις, έλα αμέσως πίσω σε εμένα. Αν με παρακούσεις και αυτή τη φορά, δεν θα σε ξαναβοηθήσω”. Ο κουτός γιος, που άκουσε πολύ προσεκτικά τις οδηγίες της αλεπούς, είπε: “Θα κάνω όπως μου είπες αλεπού, θέλω να πάρω το δέντρο, για να πάρω το αμπέλι. Ανυπομονώ να γυρίσω πίσω στον πατέρα μου”. Και με αυτό, μπήκε στον κήπο. Πέρασε με επιτυχία τους δώδεκα φρουρούς και τα δώδεκα φυλάκια και έφτασε τη χρυσή μηλιά. Από τον ενθουσιασμό του όμως που είχε φτάσει τη μηλιά και που το αμπέλι θα γινόταν σύντομα δικό του, ο κουτός γιος ξεχάστηκε και έπιασε το χρυσό κοντάρι να τινάξει τη μηλιά. Ακουμπώντας το πρώτο χρυσό κλαδί, το κοντάρι σφύριξε τόσο δυνατά, που ξύπνησε τους φρουρούς. Ο πιο κοντινός φρουρός, γράπωσε τον γιο και τον πήγε στον αφέντη του.


Ο αφέντης ρώτησε αυστηρά τον κουτό γιο: “Πώς τόλμησες και πως τα κατάφερες εσύ να περάσεις από όλους τους φρουρούς μου, να φτάσεις μέχρι τη χρυσή μηλιά μου και να την τινάξεις;” και ο γιος απάντησε: “Έτσι κι έτσι - το αριστερό μάτι του πατέρα μου όλο κλαίει, από τότε που έκλεψαν το αμπέλι, που του έκανε έναν κουβά κρασί κάθε ώρα. Το αμπέλι είναι τώρα στον κήπο του αφέντη που μου είπε, ότι για να το πάρω πίσω πρέπει να του πάω τη χρυσή μηλιά που σε μια μέρα ανθίζει και κάνει τα μήλα τα χρυσά. Έτσι κι εγώ ήρθα να τινάξω τη χρυσή μηλιά, να την πάρω και να την πάω στον άλλον αφέντη, να πάρω το αμπέλι και να το πάω στον πατέρα μου, ώστε να σταματήσει να κλαίει. Αν δεν μου δώσεις τη χρυσή μηλιά, εγώ θα γυρίσω να στην κλέψω πάλι.” Και ακούγοντάς τα αυτά ο αφέντης της χρυσής μηλιάς, σκέφτηκε λίγο και είπε στον γιο: “Καλώς, καλώς. Πήγαινε να μου φέρεις το χρυσό άλογο που σε μια μέρα πετάει γύρω τον κόσμο και θα σου δώσω τη χρυσή μηλιά. Τότε θα μπορέσεις να την ανταλλάξεις με το αμπέλι, θα το πας στον πατέρα σου και θα σταματήσει να κλαίει το αριστερό του μάτι”.


Βγήκε από τον κήπο ο κουτός γιος και εκεί τον περίμενε η αλεπού: “Λοιπόν, τι έγινε, πώς πήγε;” τον ρώτησε ανυπόμονα. “Καθόλου καλά”, της απάντησε ο γιος. “Τα χρυσά μήλα ήταν τόσο όμορφα που σε μια στιγμή ξέχασα τι μου είχες πει και σήκωσα το χρυσό κοντάρι, να τινάξω τη μηλιά. Τότε, το κοντάρι σφύριξε πολύ δυνατά και με έπιασε ο φρουρός και με πήγε μπροστά στον αφέντη του. Αυτός μου είπε να του πάω το χρυσό άλογο που πετάει γύρω τον κόσμο σε μια μέρα και τότε θα μου δώσει τη μηλιά, να την αλλάξω με το αμπέλι, να το πάω στον πατέρα μου, να μην κλαίει πια”. Η αλεπού πάλι τον μάλωσε: “Γιατί με παράκουσες; Βλέπεις τώρα τι έκανες; Θα ήσουν ήδη με τον πατέρα σου και όλα θα είχαν τελειώσει. Τώρα βασανίζεις κι εμένα και τον εαυτό σου”. Ο γιος τότε ντροπιασμένος είπε όλο παράπονο στην αλεπού: “Συγχώρεσε με αλεπού μου. Βρες μου το χρυσό άλογο και εγώ θα σε υπακούω για πάντα!”.


Η αλεπού τότε τον οδήγησε σε ένα αχανές και φρικτό δάσος. Προχωρώντας μέσα στο δάσος, βρέθηκαν μπροστά στην αυλή μιας φάρμας. Όπως και με το αμπέλι και τη μηλιά, και εδώ υπήρχαν δώδεκα φυλάκια με δώδεκα φρουρούς που φυλούσαν το χρυσό άλογο. Είπε τότε στον γιο η αλεπού: “Όπως έκανες και πριν, έτσι και εδώ θα περάσεις από τους φρουρούς με τον ίδιο τρόπο. Μόλις τους περάσεις, θα φτάσεις σε έναν στάβλο και μέσα θα δεις το χρυσό άλογο. Δίπλα του θα είναι δύο χαλινάρια - ένα χρυσό και ένα από σκοινί. Μην πας να του φορέσεις το χρυσό χαλινάρι γιατί τότε το άλογο θα χλιμηντρίσει τόσο δυνατά, που θα ξυπνήσει τον φρουρό. Τότε θα σε πιάσει ο φρουρός και ποια θα είναι η μοίρα σου μετά; Να μην σε δω μπροστά μου χωρίς το χρυσό άλογο!” και ο γιος την καθησύχασε: “Εντάξει αλεπού μου, δεν θα έρθω με άδεια χέρια” και μπήκε στη φάρμα.


Πέρασε όλους τους φρουρούς, όταν τα μάτια τους ήταν ανοικτά και έφτασε στον στάβλο, όπου και είδε το άλογο. Τι όμορφο που ήταν! Ολόχρυσο άλογο με ολόχρυσα φτερά, σαν να είχε κατέβει από τους ουρανούς, τόσο θεϊκά όμορφο ήταν! Κοίταξε γύρω και είδε και μια χρυσή σέλα, χρυσά γκέμια και χρυσά πέταλα και δίπλα το σκοινένιο χαλινάρι. Σκέφτηκε και σκέφτηκε και αποφάσισε: “Δεν μου πάει να του φορέσω αυτό το κακάσχημο πράγμα, είναι απαίσιο. Χίλιες φορές να το χάσω τελείως το άλογο παρά να το ντροπιάσω έτσι, τόσο όμορφο που είναι…” και πήρε το χρυσό χαλινάρι, το φόρεσε στο χρυσό άλογο και τον καβάλησε. Αυτό όμως χλιμήντρησε τόσο δυνατά που ξύπνησε τον φρουρό, εκείνος, έπιασε τον κουτό γιο και τον πήγε μπροστά στον αφέντη του.


Ο αφέντης του χρυσού αλόγου είπε στον γιο: “Με ποιο σκεπτικό ήρθες ως εδώ, πέρασες τους φρουρούς μου και πήγες να κλέψεις το άλογο μου;” Και ο γιος απάντησε: “Η ανάγκη αφέντη μου. Ο πατέρας μου έχει ένα μάτι, που όλο κλαίει και θα κλαίει, μέχρι να του επιστραφεί το πολύτιμο αμπέλι του. Αυτό το αμπέλι του έκανε εικοσιτέσσερις κουβάδες κρασί σε μια μέρα και του τό ‘κλεψαν. Το βρήκα εγώ όμως και θα μπορέσω να το πάω στον πατέρα μου, αν το ανταλλάξω με τη χρυσή μηλιά. Για να πάρω τη χρυσή μηλιά όμως, πρέπει να την ανταλλάξω με το χρυσό άλογο. Γι’ αυτό ήρθα για το άλογο, για να το πάρω, να το δώσω και να πάρω τη μηλιά, για να δώσω αυτή μετά, για να πάρω το αμπέλι, να το πάω στον πατέρα μου, για να μην κλαίει πια.” Ο αφέντης του αλόγου άκουσε τι είχε να του πει ο γιος και στο τέλος είπε: “Πολύ καλά. Αφού είναι έτσι λοιπόν, θα σου δώσω το χρυσό μου άλογο αν εσύ μου βρεις και μου φέρεις την χρυσή κόρη στην κούνια της, που το πρόσωπο της δεν έχει δει μήτε ο ήλιος μήτε το φεγγάρι, που δεν την έχει αγγίξει η σκληρότητα του κόσμου”. Ο μικρότερος γιος σκέφτηκε για λίγο και είπε:

Αφέντη μου, για να σου φέρω τη χρυσή κόρη θα χρειαστώ το χρυσό άλογο, αλλιώς πώς θα την βρω και θα στην φέρω; Δεν νομίζεις πως το χρυσό άλογο είναι το πιο σωστό μέσο για την εύρεσή της;

Και ποιός μου λέει εμένα ότι θα επιστρέψεις; ρώτησε ο αφέντης.

Σου ορκίζομαι αφέντη μου, στα μάτια του πατέρα μου, ότι θα επιστρέψω είτε για να σου επιστρέψω το άλογο αν δεν βρω την κόρη, είτε για να σου την παραδώσω και να πάρω το άλογο σε αντάλλαγμα.

Ο αφέντης συμφώνησε και έδωσε το χρυσό άλογο στον κουτό γιο. Του φόρεσε το χρυσό χαλινάρι και καβάλα βγήκε από τη φάρμα, εκεί που ανυπόμονα τον περίμενε η αλεπού:

Το πήρες το άλογο βλέπω!

Το πήρα, αλλά υπό τον όρο να φέρω στον αφέντη του τη χρυσή κόρη στην κούνια της, που το πρόσωπο της δεν έχει δει μήτε ο ήλιος μήτε το φεγγάρι, που η σκληρότητα του κόσμου δεν τη άγγιξε ποτέ. Έλα λοιπόν, φίλη μου αλεπού, εσύ που ξέρεις από ανάγκη, πες μου αν ξέρεις πού μπορώ να βρω αυτό το πλάσμα, είπε ο γιος στην αλεπού.

Ξέρω πολύ καλά, πού είναι η κόρη αυτή. Ακολούθα με!


Πήγαιναν και πήγαιναν κάμποσο μέχρι που έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά. Είπε τότε η αλεπού: “Εκεί μέσα είναι το μωρό στη χρυσή του κούνια. Θα μπεις μέσα στη σπηλιά και θα κατέβεις βαθιά μέσα στη γη. Για άλλη μια φορά, θα συναντήσεις δώδεκα φυλάκια με τους φρουρούς τους και θα τους περάσεις, με τα μάτια τους να είναι ανοικτά κι όχι κλειστά. Έπειτα, θα φτάσεις σε ένα δωμάτιο. Εκεί μέσα είναι η κόρη στην κούνια της και δίπλα, ένα πελώριο στοιχειό. Αυτό θα λέει “Όχι! Όχι! Όχι!” αλλά εσύ μην φοβηθείς, δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα. Το έχει βάλει εκεί η κακιά μητέρα της μικρής, για να μην πλησιάσει κανείς την κόρη της και την ελευθερώσει. Μα το κοριτσάκι θέλει να ελευθερωθεί και να γλυτώσει από την κακία της μητέρας της. Αφού πάρεις την κόρη, στον γυρισμό θυμήσου να κλείσεις όλες τις πόρτες πίσω σου μία μία, για να μην μπορέσει κανένας φρουρός να σε κυνηγήσει”. Έτσι κι έκανε ο γιος. Πέρασε από όλους τους φρουρούς, έφτασε στο τελευταίο δωμάτιο και στην κόρη, που λυκνιζόταν στην κούνια της. Δίπλα της, το τεράστιο στοιχειό φώναζε “Όχι! Όχι! Όχι!”, αλλά ο γιος το αγνόησε και πήρε την κούνια στα χέρια του. Καβάλησε το άλογο του και έβαλε και την κούνια στη σέλα, βγαίνοντας έκλεισε την κάθε πόρτα πίσω του, πέταξε έξω από τη σπηλιά και προσγειώθηκε μπροστά στην αλεπού, που τον περίμενε με ανυπομονησία.


Βλέποντας τον η αλεπού, είπε: “Δεν είναι κρίμα να δώσεις μια τόσο όμορφη κόρη για το χρυσό άλογο; Αλίμονο όμως, ορκίστηκες στα μάτια του πατέρα σου. Για να δούμε, μήπως μπορώ εγώ να περάσω για τη χρυσή κόρη;” και η αλεπού άρχισε να στριφογυρνά και να χοροπηδά μέχρι που μεταμορφώθηκε σε κόρη, τόσο όμοια με την αληθινή, που μόνο τα αλεπουδίσια μάτια της έκαναν τη διαφορά. Ο γιος την έβαλε στην κούνια και άφησε την αληθινή κόρη, παρέα με το άλογο κάτω από ένα δέντρο. Πήγε στον αφέντη του αλόγου, του παρέδωσε την κόρη-αλεπού μέσα στη χρυσή κούνια και αυτός με τη σειρά του, του έδωσε το άλογο, όπως είχαν συμφωνήσει. Επέστρεψε τότε στο άλογο και την κόρη.


Στο μεταξύ, ο αφέντης του χρυσού αλόγου, περήφανος για το καινούριο του απόκτημα, ετοίμασε ένα γλέντι για να παρουσιάσει το αντάλλαγμα για το άλογο του. Ένας ένας οι καλεσμένοι του πέρασαν δίπλα από την κούνια και κοίταξαν την κόρη, μέχρι που κάποιος είπε: “Όλα καλά κι ωραία, η κόρη είναι όμορφη πολύ, αλλά τα μάτια της είναι αλεπουδίσια, δεν είναι;” και μόλις το ξεστόμισε αυτό, η κουτσή αλεπού γρήγορα πήρε την αρχική μορφή της, ξεπήδησε από την κούνια κι έτρεξε μακριά. Ο άρχοντας και οι καλεσμένοι του εξοργίστηκαν με αυτή την εξέλιξη και αμέσως όλοι συμφώνησαν να θανατωθεί αυτός, που είχε μιλήσει έτσι για τα μάτια της κόρης.


Η αλεπού έφτασε τον κουτό γιο και οι τρεις τους πια πήραν τον δρόμο για τον αφέντη της χρυσής μιλιάς. Σαν έφτασαν όμως έξω από τον κήπο, είπε η αλεπού στον γιο:

Τώρα που έχεις σιγουρέψει τη χρυσή κόρη, κρίμα δεν είναι να χάσεις το χρυσό άλογο, μιας και τα δυο τους ταιριάζουν τόσο πολύ; Πες αλήθεια, δεν θα σε θλίψει να αποχωριστείς το χρυσό άλογο;

Ναι, θα με στενοχωρήσει. Αλλά τι να κάνω, που θέλω να σταματήσει να κλαίει ο πατέρας μου.

Περίμενε. Για να δούμε, αν μπορώ να πάρω εγώ τη θέση του χρυσού αλόγου.

Και με αυτό, η αλεπού στριφογύρισε, χοροπήδησε και μεταμορφώθηκε στο χρυσό άλογο. Σε όλα ήταν ίδια, εκτός από την ουρά του αλόγου, που ήταν ίδια με αλεπούς. “Πήγαινέ με στον αφέντη τώρα. Σαν θα σου δώσουν τη χρυσή μηλιά, να φύγεις κι εγώ θα έρθω στο πλευρό σου την κατάλληλη στιγμή”, είπε στον γιο η αλεπού.


Πήρε ο γιος την αλεπού-άλογο και την παρέδωσε στον αφέντη της χρυσής μηλιάς. Εκείνος, τηρώντας τη συμφωνία τους, έδωσε στον μικρότερο γιο τη χρυσή μηλιά κι εκείνος αποχώρησε. Ο αφέντης, χαρούμενος και περήφανος με την ανταλλαγή αυτή, οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή, όπου και προσκάλεσε όλους τους άρχοντες να καμαρώσουν το χρυσό του άλογο. Όλοι κατέφτασαν και το θαύμαζαν κυκλώνοντας το, μέχρι που κάποιος είπε: “Είναι όντως ανέλπιστα όμορφο, μόνο αυτή την ουρά αλεπούς να μην είχε…” και αμέσως η αλεπού μεταμορφώθηκε και έτρεξε μακριά. Οι καλεσμένοι και ο άρχοντας θύμωσαν όλοι τόσο πολύ με αυτό το σχόλιο για την ουρά του αλόγου, που θανάτωσαν άμεσα τον άρχοντα που το είχε πει. Η αλεπού, έφτασε τον γιο, την κόρη, το χρυσό άλογο και τη χρυσή μηλιά και όλοι τους πήραν το δρόμο για το αμπέλι.


Στο δρόμο που πήγαιναν, η αλεπού είπε στον γιο:

Είδες; Τώρα έχεις και τη χρυσή μηλιά. Αλλά να σε ρωτήσω, αφού η κόρη ταιριάζει με το χρυσό άλογο, και το χρυσό άλογο δεν ταιριάζει με τη χρυσή μηλιά; Δεν θα στενοχωρηθείς να δώσεις τη χρυσή μηλιά;

Ναι, αλεπού μου. Αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να πάρω το αμπέλι και να σταματήσει να κλαίει ο πατέρας μου. Και θα θυσίαζα ότι έχω και δεν έχω, για να του απαλύνω τον πόνο, αποκρίθηκε ο γιος.

Στάσου λίγο τότε. Για να δω, θα μπορέσω να γίνω εγώ η χρυσή μηλιά;

Και η αλεπού άρχισε πάλι το στριφογύρισμα και το χοροπηδητό, έως ότου μεταμορφώθηκε σε χρυσή μηλιά. Και σε όλα της ήταν ίδια, εκτός από έναν καρπό που, αντί για μήλο, ήταν το κεφάλι της αλεπούς. Η αλεπού είπε τότε στον γιο, να την πάρει όπως ήταν και να την ανταλλάξει με το αμπέλι και ότι αυτή θα ερχόταν να τον βρει την κατάλληλη στιγμή. Και όλα πήγαν ομαλά για άλλη μια φορά, η ανταλλαγή έγινε και ο γιός έφυγε από τον αφέντη του αμπελιού, έχοντας πια αποκτήσει το πολυπόθητο αμπέλι του, ενώ στον άρχοντα άφησε την αλεπού-μηλιά.


Ο άρχοντας, θέλοντας να δείξει σε όλους τους ευγενείς τη χρυσή του μηλιά, τους κάλεσε σε γιορτή και όλοι μαζεύτηκαν να θαυμάσουν το δέντρο. Ένας όμως πιο προσεκτικός ευγενής, κοίταξε λίγο καλύτερα και αναφώνησε: “Όλα καλά κι ωραία, το δέντρο είναι όντως πανέμορφο! Γιατί όμως εκείνος εκεί ο καρπός μοιάζει περισσότερο με κεφάλι αλεπούς παρά για μήλο;”. Μόλις τελείωσε την πρόταση του, το δέντρο μεταμορφώθηκε αμέσως σε αλεπού και έτρεξε μακριά. Όρμισαν όλοι τότε στον κήπο, να σκοτώσουν τον ευγενή για την προσβολή που είχε ξεστομίσει.


Η αλεπού κατέφτασε τον γιο, για να τον αποχαιρετήσει, λέγοντας του πως οι δρόμοι τους θα χώριζαν εκεί. Ο γιος την ευχαρίστησε για όλη της τη βοήθεια και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Πήγαινε και πήγαινε, ώσπου έφτασε στο σταυροδρόμι, που είχε δει για τελευταία φορά τα αδέρφια του. Είδε πλήθος μαζεμένο και, πλησιάζοντας να δει κι αυτός τι συνέβαινε, είδε τους δυο αδερφούς περικυκλωμένους από έναν όχλο θυμωμένο, καταδικασμένους σε θάνατο. Είπε τότε στην κόρη, πως αυτά ήταν τα αδέρφια του και ότι θα ήθελε να μπορούσε να πληρώσει όσο όσο για τη σωτηρία τους. Η κόρη τότε έβγαλε μέσα από το φορεματάκι της κάποια πετράδια αμύθητης αξίας και τα έδωσε στον μικρότερο γιο. Εκείνος πήγε και πλήρωσε για την ελευθερία των αδερφών του, οι οποίοι στην αναζήτησή τους για το αμπέλι είχαν διαπράξει πολλά και φρικτά εγκλήματα. Τα αδέρφια ζήλεψαν πολύ τον μικρότερο αδερφό τους, αλλά δέχτηκαν την πληρωμή και γύρισαν όλοι μαζί σπίτι.


Φτάνοντας, ο μικρότερος γιος φύτεψε αμέσως το αμπέλι κι αυτό άρχισε να βγάζει κρασί. Το αριστερό μάτι του πατέρα του σταμάτησε να κλαίει κι άρχισε κι αυτό να γελάει σαν το δεξί. Μαζί, η χρυσή μηλιά άρχισε να ανθίζει, το χρυσό άλογο να χλιμηντρίζει και η κόρη να τραγουδά. Όλα ήταν όμορφα κι αγαπημένα στο σπίτι πια.


Λίγο καιρό μετά, ο πατέρας θέλησε να καλλιεργήσει σιτάρι και έστειλε τους γιούς του, να του φέρουν την καλύτερη ποικιλία να φυτέψει. Στον δρόμο τους, συνάντησαν ένα πηγάδι και οι δυο μεγαλύτεροι αδερφοί είπαν στον μικρότερο, να πάει να τους φέρει νερό να πιουν. Ο μικρότερος γιος έσκυψε να γεμίσει τα παγούρια τους, αλλά αυτοί με μια κίνηση τον έσπρωξαν, εκείνος έπεσε μέσα στο πηγάδι και πνίγηκε. Μεμιάς, το αμπέλι σταμάτησε να βγάζει κρασί, το μάτι του πατέρα άρχισε πάλι να κλαίει, η χρυσή μηλιά ξεράθηκε, το άλογο σιώπησε και η κόρη έγινε σκυθρωπή, δεν υπήρχε πια καμιά χαρά στην οικογένεια.


Να σου τότε από το πουθενά εμφανίστηκε η κουτσή αλεπού με τα τρία πόδια. Κατέβηκε κάτω στο πηγάδι και προσεκτικά σήκωσε τον θετό της αδελφό στην πλάτη και τον έβγαλε έξω. στη συνέχεια τον ξάπλωσε στο γρασίδι και πηδώντας στο στήθος του, κατάφερε να βγάλει από μέσα του όλο το νερό που είχε πιει. Σαν πήρε ξανά πνοή ο γιος, η αλεπού μεταμορφώθηκε σε νεαρή κοπέλα και είπε στον μικρότερο γιο: “Η μητέρα μου κάποτε με είχε καταραστεί νεαρέ μου, γιατί τόλμησα να λυπηθώ και να σώσω από σίγουρο θάνατο, κάποιον που εκείνη μισούσε. Με μεταμόρφωσε λοιπόν σε κουτσή αλεπού και θα μπορούσα να σωθώ, μόνο αν έσωζα κάποιον από σίγουρο θάνατο, που μου είχε κάνει καλό. Και να λοιπόν που σε έσωσα, αδερφέ μου. Αντίο, και να είσαι ευτυχισμένος”.


Ο κουτός γιος γύρισε πίσω στον πατέρα του και το αμπέλι έβγαλε πάλι κρασί, η χρυσή μηλιά άνθισε, το χρυσό άλογο χλιμήντρισε, η κόρη άρχισε να τραγουδά και το αριστερό μάτι του πατέρα άρχισε πάλι να γελά. Ο γιος διηγήθηκε τότε τι του είχαν κάνει τα αδέρφια του και ο πατέρας τους έδιωξε μακριά και τους είπε να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω. Έπειτα, υιοθέτησε την κόρη και οι τρεις τους έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους, σαν την πιο ευτυχισμένη οικογένεια που έχει ποτέ υπάρξει.



See acast.com/privacy for privacy and opt-out information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu