Μίτος
Μίτος
Apr 16, 2021
Η Βαφτισιμιά του Άγιου Πέτρου
Play • 14 min

Η Πορτογαλία μας διηγείται μια παράξενη ιστορία. Η καλή νονά που προστατεύει το κορίτσι είναι νονός και μάλιστα ο Άγιος Πέτρος!


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποια βία


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Η Βαφτισιμιά του Άγιου Πέτρου


Ήταν μια φορά ένα ζευγάρι με τόσα πολλά παιδιά που δεν είχε μείνει άνθρωπος στη χώρα να γίνει νουνός. Έκαναν κι άλλο ένα παιδί και ο πατέρας συγχυσμένος που δεν θα μπορούσε να βρει κανέναν άνθρωπο να γίνει νουνός, βγήκε να περπατήσει στον μεγάλο, κεντρικό δρόμο. Εκεί συνάντησε τον Άγιο Πέτρο που είχε μεταμφιεστεί σε φτωχό γεράκο. Σαν ο Άγιος Πέτρος είδε τον πατέρα τον ρώτησε:

- Τι κάνεις εσύ κατά δώ;

Τι να κάνω κύριέ μου; απάντησε εμφανώς ταραγμένος ο πατέρας. Έχω τόσα πολλά παιδιά που δεν έχει μείνει κανένας στον τόπο μου να γίνει νουνός του μωρού μου.

Εγώ θα γίνω νουνός του, του απάντησε ο γέρος άνθρωπος. Να την πεις Πέτρο και, όταν γίνει εφτά χρονών, να την φέρεις σε αυτό ακριβώς το μέρος.


Ο Άγιος Πέτρος τότε έδωσε στον πατέρα ένα πουγκί νομίσματα κι έφυγε. Ο άνδρας γύρισε στο σπίτι του με ένα πλατύ χαμόγελο και είπε στη γυναίκα του τι είχε συμβεί και της έδειξε και το πουγκί με τα νομίσματα που του είχε δώσει ο γέρος.


Το κοριτσάκι μεγάλωσε και έγινε εφτά χρονών και ο πατέρας του, που τώρα ήταν πλούσιος, ενοχλήθηκε με την ιδέα να πάει στο μέρος που είχαν συμφωνήσει με τον γέρο. Αλλά η συμφωνία ήταν συμφωνία και το είχε υποσχεθεί. ‘Ετσι, έφτασε στο μέρος που είχε συναντήσει τον γέρο τόσα χρόνια πριν και είδε ότι εκείνος τους περίμενε ήδη εκεί. Είπε τότε ο νουνός στον πατέρα: “Άσε την μικρή εδώ μαζί μου και φύγε, θα την αναλάβω εγώ από εδώ και μπρος”. Ο άνδρας υπάκουσε και γύρισε σπίτι του χωρίς την κόρη του. Ο Άγιος Πέτρος περπάτησε με το κορίτσι ώσπου έφτασαν σε μια αχλαδιά φορτωμένη φρούτα:

Τα βλέπεις αυτά τα αχλάδια; τη ρώτησε.

Ναι, τα βλέπω, του απάντησε εκείνη.

Και σου αρέσουν;

Μου αρέσουν πολύ Νουνέ.


Περπάτησαν λίγο παρακάτω μέχρι που είδαν στην άκρη του δρόμου κάτι παχιά πρόβατα να βόσκουν σε γη που δεν είχε σχεδόν καθόλου χορτάρι. Λίγο μετά είδαν μερικά αδύνατα πρόβατα που έβοσκαν σ΄ ένα χωράφι με άφθονο χορτάρι. Προχώρησαν και παραπέρα και είδαν μια πελώρια φωτιά και δίπλα της μια σκοτεινή κολώνα που υψωνόταν μέχρι τον ουρανό:

Τη βλέπεις εκείνη τη φωτιά; ρώτησε το κορίτσι ο Άγιος Πέτρος.

Τη βλέπω Νουνέ, τι είναι;

Αυτό εκεί είναι το Καθαρτήριο όπου πάνε οι άνθρωποι που είναι περήφανοι και κακοί. Είδες τα παχιά πρόβατα που δεν είχαν αρκετό χορτάρι να φάνε; Αυτό είναι το καθαρτήριο για τους περήφανους ανθρώπους, εκεί πάνε. Και είδες και τ΄ αδύνατα πρόβατα που είχαν όλο αυτό το χορτάρι μπροστά τους; Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έχουν κάνει μεγάλο καλό όσο ζούσαν, αυτοί εκεί πάνε. Την αχλαδιά γεμάτη με αχλάδια; Τα αχλάδια είναι άγγελοι, που ήταν κι αυτοί τόσο καλοί που πάνε στον παράδεισο. Τώρα λοιπόν κι εσύ θα ξεκινήσεις δουλειά και θα πρέπει να υπομείνεις πολλές και σκληρές δοκιμασίες, αφού αυτοί που υποφέρουν και είναι υπομονετικοί πάνε στον παράδεισο.

Μετά από αυτό, ο Άγιος Πέτρος συμβούλεψε το κορίτσι για τα πάντα και της είπε πως αν ποτέ βρισκόταν σε κίνδυνο, να τον καλούσε να τη βοηθήσει. Αλλά έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη συμβουλή του το κορίτσι να μην ντυθεί ποτέ με γυναικεία ρούχα.


Το κορίτσι πήγε στο παλάτι του βασιλιά και ζήτησε να δουλέψει ως υπηρέτρια. Ένας φρουρός πήγε να ενημερώσει τον βασιλιά για το αίτημά της και όταν ρώτησαν το κορίτσι το όνομά του, εκείνη είπε ότι την έλεγαν Πέτρο. Την δέχτηκαν στη δούλεψη του βασιλιά και της ανέθεσαν να φροντίζει τις πάπιες.


Το βράδυ, όταν ο Πέτρος πήγε να κοιμηθεί, τον επισκέφτηκε η βασίλισσα. Μα ο Πέτρος αρνήθηκε να τη δει και έφυγε και το επόμενο πρωί η βασίλισσα, ταπεινωμένη, πήγε και πέταξε ένα δαχτυλίδι της στη θάλασσα. Βρήκε τότε τον βασιλιά και του είπε: “Άκου τι έπαθα! Μου έπεσε το δαχτυλίδι μου στον βυθό της θάλασσας και ο Πέτρος μου είπε πως σίγουρα θα μπορέσει να μου το βρει”. Ο βασιλιάς τότε φώναξε τον Πέτρο να παρουσιαστεί μπροστά του: “Πέτρο, η βασίλισσα μου λέει πως μπορείς να βουτήξεις μέχρι τον πάτο της θάλασσας και να βρεις το δαχτυλίδι που έχασε. Πράγματι μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο;” Το καημένο το κορίτσι απάντησε δειλά: “Για να το λέει η βασίλισσα, τότε μπορώ να το κάνω”, και έτρεξε στο δωμάτιό της όπου και άρχισε να κλαίει μιας και ούτε είχε πει ποτέ ότι μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μα ούτε και πίστευε ότι θα τα κατάφερνε. Θυμήθηκε τότε να φωνάξει το Νουνό της: “Αχ, έλα να με βοηθήσεις Νουνέ μου!” και ευθύς παρουσιάστηκε μπροστά της ο Άγιος Πέτρος: “Γιατί κλαις έτσι παιδί μου; Έχε υπομονή, έτσι περνάνε οι φουρτούνες”. Το κορίτσι τότε αφηγήθηκε στον Άγιο Πέτρο τι είχε συμβεί με τη βασίλισσα και πώς η μεγαλειότητα της είχε πει ψέμματα στον βασιλιά για να προσπαθήσει να την ταπεινώσει. Ο Άγιος Πέτρος τότε της είπε καθησυχάζοντάς την: “Καλά, καλά, άκουσε με τώρα. Αύριο θα αγοράσουν φρέσκα ψάρια να φάνε. Να πας να ζητήσεις από τον υπηρέτη που κανονικά θα καθάριζε τα ψάρια να το κάνεις εσύ”.


Το κορίτσι ακολούθησε τις οδηγίες του Νονού της. Όντως την επόμενη μέρα έφτασαν φρέσκα ψάρια στο παλάτι και το κορίτσι ζήτησε από τον υπηρέτη που θα τα καθάριζε για τον μάγειρα, να το κάνει αυτή. Άνοιξε την κοιλιά του πρώτου ψαριού και μέσα βρήκε το δαχτυλίδι της βασίλισσας. Το πήγε στη βασίλισσα και της το έδωσε. Η βασίλισσα ενοχλήθηκε πολύ, αλλά παρέμεινε σιωπηλή. Το ίδιο βράδυ ξαναπήγε στην κάμαρα του Πέτρου, αλλά το κορίτσι πάλι σηκώθηκε και έφυγε. Η βασίλισσα αισθάνθηκε ιδιαίτερα προδομένη με αυτή τη δεύτερη απόρριψη και το επόμενο πρωί πήγε στον βασιλιά και του είπε:

Ξέρεις τι μου είπε ο Πέτρος; Ότι μπορεί να θερίσει τα τρία τέταρτα όλου μας του σιταριού απόψε το βράδυ κιόλας!

Πέτρο, είπε ο βασιλιάς σαν παρουσιάστηκε μπροστά του, η βασίλισσα μου λέει ότι καυχιέσαι πως μπορείς να θερίσεις τα τρία τέταρτα του σιταριού μου απόψε κιόλας. Είναι αλήθεια;

Για να το λέει η βασίλισσα, έτσι θα είναι, απάντησε δειλά το κορίτσι.


Το κορίτσι ξαναέτρεξε στο δωμάτιό της να εκφράσει τη θλίψη της και κάλεσε για άλλη μια φορά τον Νουνό της: “Νουνέ μου! Σε ικετεύω, έλα να με βοηθήσεις!” και μεμιάς ο Άγιος Πέτρος εμφανίστηκε μπροστά της: “Τι σε τυραννά παιδί μου έτσι και κλαις τόσο;”. Το κορίτσι είπε στον Άγιο Πέτρο ό,τι είχε συμβεί και γιατί ήταν σε αυτή την κατάσταση. Εκείνος τότε της είπε: “Άκου τι θα κάνεις - θα πας και θα ζητήσεις ό,τι χρειάζεται για να θερίσεις σιτάρι, θα το φέρεις στο δωμάτιο σου και μετά θα πέσεις να κοιμηθείς. Το πρωί να ψάξεις για το αλεύρι”.


Το κορίτσι έκανε όπως της είπε ο Νουνός της. Ζήτησε τα εργαλεία για τον θερισμό, τα έβαλε όλα στο δωμάτιο της και έπεσε να κοιμηθεί. Το πρωί, δίπλα της, είδε όλο το σιτάρι αλεσμένο σε αλεύρι και το πήγε στον βασιλιά. Τώρα η βασίλισσα πλημμύρισε οργή, αλλά και πάλι δεν άφησε να φανεί τίποτα στην έκφρασή της ούτε και είπε τίποτα. Το βράδυ μπήκε πάλι στην κάμαρα του Πέτρου και πάλι το κορίτσι της ξέφυγε.


Ο βασιλιάς είχε μια κόρη που κρατούνταν αιχμάλωτη με μάγια στη Μοϊράμα. Η βασίλισσα το θυμήθηκε και είπε στον βασιλιά το επόμενο πρωί: “Ήξερες πως ο Πέτρος είπε ότι μπορεί να πάει στη Μοϊράμα και να ελευθερώσει την κόρη μας από τα μάγια;”. Ο βασιλιάς ταράχτηκε πολύ σαν το άκουσε αυτό και γεμάτος ανυπομονησία φώναξε να του φέρουν μπροστά του τον Πέτρο: “Πέτρο, τι ακούν τ’ αυτιά μου; Η βασίλισσα μου λέει πως μπορείς να ελευθερώσεις την κόρη μας από τα μάγια που την κρατούν φυλακισμένη στη Μοϊράμα! Αλήθεια μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο;” Ο Πέτρος κοιτάζοντας το πάτωμα είπε δειλά: “Για να το λέει η βασίλισσα, θα είναι κάτι που μπορώ να κάνω”. Αυτή τη φορά το κορίτσι ήταν σίγουρο πως η μοίρα του είχε ασφαλιστεί για τα καλά και μέσα στα δάκρυα και τα αναφιλητά της φώναξε τον Νουνό της: “Σε χρειάζομαι Νουνέ μου! Σε παρακαλώ έλα να με βοηθήσεις!”. Στο πλευρό της τότε εμφανίστηκε ο Νουνός της: “Τι έγινε παιδί μου πάλι, γιατί κλαις τόσο πικρά;” και το κορίτσι του είπε τι του ζητούσαν να κάνει αυτή τη φορά και πως η βασίλισσα σίγουρα ήθελε να τη σκοτώσει μόνο και μόνο από πείσμα. Ο Άγιος Πέτρος της είπε τότε: “Πάρε αυτές τις τρεις φιάλες. Πες να σου σελώσουν δύο άλογα για το ταξίδι σου και κάλπασε και κάλπασε μέχρι τα άλογα να σταματήσουν. Εκεί θα βρεις την πριγκίπισσα που θα σε περιμένει. Στον δρόμο της επιστροφής, θα σε κυνηγήσουν οι Μαυριτανοί. Τότε να τους ρίξεις την πρώτη φιάλη. Αν συνεχίσουν να σε κυνηγούν, ρίξε τη δεύτερη κι αν δεν έχουν σταματήσει, την τρίτη”.


Το κορίτσι έκανε όπως της είπε ο Νουνός της. Ζήτησε να της σελώσουν δυο άλογα και ξεκίνησε το ταξίδι της. Πήγαινε και πήγαινε και πήγαινε μέχρι που τα άλογα ξαφνικά σταμάτησαν και δεν έκαναν βήμα παραπέρα. Κοίταξε τριγύρω της και είδε την πριγκίπισσα να την περιμένει. Την έβαλε στο δεύτερο άλογο και ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι της επιστροφής. Εκεί που πήγαιναν άκουσε καλπασμούς αλόγων και, κοιτώντας πίσω της, είδε να πλησιάζουν από το πουθενά οι Μαυριτανοί. Άρχισε τότε να καλπάζει και πέταξε ξοπίσω της την πρώτη φιάλη. Μια πυκνή ομίχλη εμφανίστηκε και, ενώ εκείνη και η πριγκίπισσα μπορούσαν να δουν πού πήγαιναν, οι Μαυριτανοί σίγουρα δεν μπορούσαν. Σαν ξεμάκρυναν αρκετά από τον τόπο της Μοϊράμα, η πριγκίπισσα, που ήταν μουγγή, ξαφνικά φώναξε ένα “Α!”. Οι Μαυριτανοί ακόμη τις καταδίωκαν. Το κορίτσι πέταξε τη δεύτερη φιάλη και εμφανίστηκε μια αδιαπέραστη, ατέλειωτη συστάδα πυκνών, αγκαθωτών θάμνων. Οι κοπέλες μπόρεσαν και τους διέσχισαν με ευκολία ενώ οι Μαυριτανοί θα αργούσαν να φτιάξουν μονοπάτι ανάμεσά τους. Είχαν φτάσει πια στα μισά του δρόμου μέχρι το παλάτι όταν η μουγκή πριγκίπισσα έβγαλε και άλλο ένα επιφώνημα. Το κορίτσι έριξε και την τρίτη φιάλη σαν είδε ότι ακόμη τις κυνηγούσαν και τότε εμφανίστηκε μια αδιαπέραστη θάλασσα. Πέρασαν τα νερά με ευκολία ενώ οι Μαυριτανοί εγκατέλειψαν την καταδίωξη μιας και ήταν αδύνατο γι αυτούς να την περάσουν.


Έφτασαν στο παλάτι και η πριγκίπισσα αυτή τη φορά έβγαλε ένα τρίτο επιφώνημα όταν είδε το παλάτι μπροστά της. Η βασίλισσα έβραζε από θυμό σαν είδε την κόρη της σώα και αβλαβή και έτρεξε αμέσως στο πλευρό του βασιλιά. Του είπε πως ο Πέτρος καυχήθηκε ότι μπορούσε να επαναφέρει την ικανότητα της πριγκίπισσας να μιλά. Ο βασιλιάς έφερε μπροστά του τον Πέτρο και ρώτησε αν ήταν αλήθεια. Γι΄ άλλη μια φορά το κορίτσι απάντησε πως αφού το έλεγε η βασίλισσα έτσι θα ήταν και, αφού ο βασιλιάς της ανέθεσε να το κάνει, πήγε στο δωμάτιο της και άρχισε να κλαίει λέγοντας: “Νουνέ μου, νουνέ μου, σε ικετεύω να με βοηθήσεις!”. Εκείνος εμφανίστηκε μπροστά της και τη ρώτησε γιατί έκλαιγε, τι της είχαν κάνει. Το κορίτσι του είπε τα πάντα και ο Άγιος Πέτρος της είπε τι να κάνει.


Το κορίτσι τότε πήγε από μόνο του μπροστά στον βασιλιά και του είπε ότι μπορούσε να τη θανατώσει αν ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να επαναφέρει την ομιλία της κόρης του. Η βασίλισσα χάρηκε πολύ όταν το άκουσε αυτό. Αποφασίστηκε τότε να κρεμαστεί ο Πέτρος. Σαν η θηλειά ήταν γύρω από τον λαιμό της ζήτησε να πει τρία πράγματα μπροστά σε όλους. Ο βασιλιάς της το επέτρεψε και τότε εκείνη είπε:

Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί έκανες το πρώτο Α! σαν φύγαμε από τη Μοϊράμα;

Γιατί η μάνα μου ήρθε στο κρεβάτι σου το βράδυ, απάντησε η πριγκίπισσα.

Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί ξαναφώναξες σαν ήμαστε στα μισά του δρόμου για το παλάτι;

Γιατί ο Άγιος Πέτρος είναι νουνός σου!

Αχ! Άννα Ντελαντάνα γιατί φώναξες στην είσοδο του παλατιού;

Γιατί είσαι κορίτσι και όλοι νομίζουν πως είσαι αγόρι!


Ο βασιλιάς τότε κατάλαβε πως το κορίτσι ήταν αθώο. Την κατέβασε από την κρεμάλα, θανάτωσε την κακιά βασίλισσα και την παντρεύτηκε.



See acast.com/privacy for privacy and opt-out information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu