Μίτος
Μίτος
Mar 22, 2021
Το Πνεύμα του Νερού
Play • 14 min

Προσωπικά ένα από τα αγαπημένα μου, το λαϊκό παραμύθι από τη Γερμανία... είναι στ' αλήθεια παραμύθι;


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει βρεφοκτονία


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Το Πνεύμα του Νερού


Γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν το Ζούντορφ δεν ήταν πολύ μικρότερο από όσο είναι σήμερα, ζούσε στα περίχωρα του χωριού, δίπλα στην εκκλησία μια πολύ χρήσιμη γυναίκα, μια μαμή. Ήταν έντιμη και δουλευταρού και πότε ξεγενώντας παιδιά και πότε ράβοντάς τους τα καινούρια τους ρουχαλάκια, ζούσε μια άνετη και ευτυχισμένη ζωή.


Εκείνο το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα ξηρό και ο χειμώνας πολύ σκληρός έτσι, όταν πια έφτασε η άνοιξη, η μαμή βρήκε τον εαυτό της στην πιο δύσκολη θέση που είχε βρεθεί τα τελευταία εφτά χρόνια, δεν είχε απολύτως τίποτα να κάνει. Ένα βράδυ, εκεί που καθόταν στο κρεβάτι της και σκεφτόταν την κατάσταση της, κάποιος χτύπησε την πόρτα της. Στην αρχή δίστασε να απαντήσει, αλλά μετά το χτύπημα επαναλήφθηκε πιο δυνατό από πριν. Η μαμή σηκώθηκε από το κρεβάτι και βιάστηκε να δει ποιος την ήθελε τέτοια ώρα. Άνοιξε γοργά την πόρτα και μπροστά της είδε έναν ψηλό άνδρα με ένα σκούρο παλτό:

Η γυναίκα μου σε χρειάζεται, της είπε απότομα. έχει έρθει η ώρα της, ακολούθησε με.

Δεν μπορώ κύριε, η ώρα είναι περασμένη, του απάντησε εκείνη. Πού θέλετε να σας ακολουθήσω;

Τώρα, της είπε πάλι απότομα ο άνδρας. Βιάσου και έλα μαζί μου.

Θα πάω να ανάψω τη λάμπα για να την πάρω μαζί μου. Δεν θα μου πάρει πολύ ώρα, είπε η γυναίκα.

Δεν τη χρειάζεσαι, δεν τη χρειάζεσαι, δεν θα πάμε μακριά. Ξέρω πολύ καλά κάθε πετραδάκι στο δρόμο, έλα ακολούθα με!


Η γυναίκα αισθάνθηκε πόσο επείγουσα ήταν ηκατάσταση και μην μπορώντας να αντισταθεί στην προσταγή του άνδρα, πήρε βιαστικά το πανωφόρι της και τον ακολούθησε. Το σκοτάδι ήταν βαθύ και φασκιωμένη σφιχτά με το πανωφόρι της δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κατά πού πήγαινε, μέχρι που βρέθηκε στις όχθες του ποταμού Ρήνου, στο ύψος ενός μικρού νησιού που είχε το ίδιο όνομα με το χωριό της και βρισκόταν μόνο μερικά μέτρα από την όχθη:

Και τι θα κάνουμε τώρα, κύριε; φώναξε ανήσυχα η γυναίκα. Φαίνεται πως χάσατε το δρόμο σας, το μονοπάτι τελειώνει εδώ και δεν έχουμε πού να πάμε.

Σώπα και συνέχισε, της είπε μόνο ο άνδρας. Από τον τόνο του όμως, η γυναίκα κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από να τον υπακούσει. 


Οι δυο τους στέκονταν τώρα εκεί που έσκαγε το κύμα και τους έβρεχε τα πόδια. Η γυναίκα ήθελε να φύγει, να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, αλλά μια παράξενη δύναμη που πήγαζε από τον άνδρα δίπλα της, την κρατούσε ακίνητη:

Μην φοβάσαι, έλα, είπε ο άνδρας στη μαμή αυτή τη φορά απαλά, καθώς το νερό έβρεχε το φόρεμά της.


Εκείνος έκανε το πρώτο βήμα και τα νερά τραβήχτηκαν για να τον δεχτούν. Ορθώθηκαν τότε στα πλάγιά τους τείχη από κρύσταλλο και ο άνδρας προχώρησε ανάμεσά τους. Ακολούθησε και η μαμή. Περπατούσαν τώρα πάνω σε βότσαλα και χρυσαφένια άμμο του πυθμένα του ποταμού. Τότε η μαμή παρατήρησε πως, ενώ έφυγε από το σπίτι της με σκοτάδι, τώρα το φως γύρω της ήταν ενός γλυκού καλοκαιρινού απογεύματος, με τον ήλιο να ξεπροβάλλει από τη δύση πίσω από λευκά, απαλά σύννεφα και πάνω από σμαραγδένια λιβάδια. Κοίταξε ψηλά, αλλά δεν βρήκε την πηγή αυτού του φωτός. Κοίταξε κάτω, αλλά πάλι τίποτα. Ήταν σαν να διέσχιζε έναν ολότελα διάφανο διάδρομο που φωτιζόταν από παντού με θρυμματισμένο γυαλί. Ο άνδρας βρισκόταν μπροστά της. Τότε πλησίασαν μια μικρή πόρτα και ανοίγοντάς την, η μαμή είδε το λόγο για το κάλεσμα της. Πάνω σε ένα κάθισμα από πορφύρα, περικυκλωμένη από νυσταγμένα ψαράκια και σειρήνες που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν καθόλου, κείτονταν η άρρωστη γυναίκα: “Αυτή είναι η γυναίκα μου”, είπε ο άνδρας καθώς μπήκαν και οι δυο στην κάμαρα. “Πιάσε της το χέρι αμέσως και κάνε ότι μπορείς να τη σώσεις, αλλιώς-“


Με αυτό, ο άνδρας έκανε μια κίνηση με το χέρι του και όποιος μέχρι τότε βρισκόταν μέσα στην κάμαρα στο πλευρό της γυναίκας του, έφυγε.


Η μαμή πλησίασε τη γυναίκα με φόβο και τρέμουλο, δεν ήξερε τι θα έβρισκε μπροστά της. Αυτό που την εξέπληξε όμως περισσότερο ήταν ότι η κυρά στην κάμαρα ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Η μαμή ήξερε ακριβώς τι να κάνει και έπιασε δουλειά αμέσως. Αφού τελείωσε, βρήκε την ευκαιρία να πιάσει κουβέντα με την ασθενή της, έτσι όπως συνηθίζουν να κάνουν οι γυναίκες, όποτε μπορούν:

Μου προξενεί μεγάλη έκπληξη, είπε η μαμή, που μια όμορφη και νεαρή κοπέλα σαν κι εσάς είναι κλεισμένη στον πάτο του ποταμού. Δεν επισκέφτεστε ποτέ την επιφάνεια; Κρίμα, χάνετε πολλά.

Σιωπή, σιωπή, είπε η νύφη του Τρίτωνα βάζοντας τον δείκτη της στα χείλη της μαμής. Δεν κάνετε καλά που ξεστομίζετε τέτοια πράγματα τόσο απρόσεκτα. Πηγαίνετε να δείτε αν υπάρχει κανείς έξω από την πόρτα που μπορεί να μας ακούσει και μετά ελάτε πάλι σε μένα να σας πω κάτι που πραγματικά θα σας εκπλήξει.


Η μαμή έκανε όπως της είπε η κυρά. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανείς πίσω από την πόρτα:

Ακούστε τώρα, της είπε η κυρά. Είμαι μια γυναίκα, μια χριστιανή γυναίκα σαν κι εσάς, αν και τώρα με βρίσκετε στο σπίτι του συζύγου μου που είναι το πνεύμα αυτών των νερών.

Θεέ και Κύριε! αναφώνησε η συνομιλήτρια της.

Ο πατέρας μου ήταν ο άρχοντας του οικισμού Ράιντ, λίγο πάνω από το Λίλσντορφ, όπου και ζούσα ειρηνικά κατά τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων. Δεν μου έλειπε τίποτα, ο πατέρας μου μου έκανε όλα τα χατήρια. Δυστυχώς όμως, όταν ενηλικιώθηκα, αυτή η ανέμελη ευτυχία έφυγε, με άφησε. Δεν ήξερα γιατί και πού είχε πάει, αλλά το γεγονός παρέμενε. Ένιωθα καταβεβλημένη, μελαγχολική, θλιμμένη. Ήθελα κάποιον ν΄ αγαπήσω, κάπου να αφοσιωθώ κάτι που συνέβη αργότερα. Μια μέρα λοιπόν , είχαμε ένα πανηγύρι στον οικισμό και όλοι ήταν παρόντες. Χορέψαμε και διασκεδάσαμε στο γρασίδι που έφτανε μέχρι τις άκρες του ποταμού και για λίγο ξέχασα τη στενοχώρια μου. Με έστεψαν βασίλισσα του πανηγυριού και όλοι μού απέτησαν φόρο τιμής. Καθώς έδυε ο ήλιος μεγαλόπρεπα χρυσώνοντας τα σύννεφα με τις ακτίνες του, ένας ξένος κι αρχοντικός άνδρας εμφανίστηκε στη μέση του χαρούμενου κύκλου μας. Ήταν από πάνω μέχρι κάτω ντυμένος στα πράσινα και φαινόταν να είχε μόλις διασχίσει τον ποταμό κολυμπώντας, αφού ο μανδύας του έσταζε νερό. Κανείς δεν τον γνώριζε, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να τον ρωτήσει από πού ήταν και η παρουσία του μάλλον δέος μας προκάλεσε παρά χαρά. Παρόλ΄ αυτά ήταν ξένος και επομένως, καλοδεχούμενος. Σαν μάθετε πως ο ξένος αυτός έγινε σύζυγός μου, μπορείτε να φανταστείτε τη συνέχεια. Σαν τελείωσαν οι χοροί, ζήτησε το χέρι μου. Δεν μπορούσα να αρνηθώ και να το ήθελα, μα δεν ήθελα να μπορέσω να αρνηθώ. Ήταν ακαταμάχητος. Χορέψαμε και χορέψαμε μέχρι που ήταν σαν η γη να γυρνούσε γύρω μας. Παρατήρησα όμως, ακόμα και μέσα το παραλήρημα ευτυχίας που βίωνα, πως κάθε δεύτερο βήμα, ο καλός μου άγγιζε επίτηδες το νερό του ποταμού. Πάντα βρισκόμασταν δίπλα στο ποτάμι. Τότε, το ρεύμα με τράβηξε απότομα προς τα μέσα και οι γείτονες άρχιζαν να φωνάζουν και έτρεξαν να με βοηθήσουν: “Ακολούθα”, είπε ο σύντροφός μου και βούτηξε στον αφρό των κυμάτων. Και τον ακολούθησα. Από τότε ζω μαζί του εδώ. Έχουν περάσει εκατό χρόνια από τότε και μου έχει περάσει ένα κομμάτι της αθανασίας του, έτσι δεν μετράω πια τον χρόνο μα ούτε και φοβάμαι τον θάνατο. Πολλοί τον φοβούνται, μα είναι καλός και ευγενικός μαζί μου. Το μόνο παράπονο που έχω είναι που κάθε φορά που γεννώ ένα παιδί, το σκοτώνει τρεις μέρες μετά τη γέννα. Λέει ότι είναι για το καλό μου και για το καλό τους, ότι αυτός ξέρει καλύτερα.


Η κυρά αναστέναξε βαθιά.


Και τώρα, συνέχισε η νύφη του πνεύματος, πρέπει να σας δώσω μια συμβουλή που, αν θέλετε να συνεχίσετε να ζείτε πρέπει να την ακούσετε και να την εφαρμόσετε. Όπου να ΄ναι ο σύζυγος μου θα επιστρέψει. Θα σας προσφέρει αμοιβή για τις υπηρεσίες σας. Θα σας παρουσιάσει τόνους χρυσάφι και θα σας τάξει διαμάντια και ανεκτίμητα πετράδια αλλά εσείς - και ακούστε καλά αυτό που σας λέω - δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πάρετε τίποτα παραπάνω από τη συνηθισμένη αμοιβή σας. Ζητήστε την αμοιβή που παίρνετε πάντα και ούτε κρόιτσερ παραπάνω, αλλιώς η ζωή σας δεν θα αξίζει τίποτα.

Πρέπει να είναι στ’ αλήθεια πολύ σκληρό πλάσμα, είπε η μαμή. Ας με φυλάξει ο Θεός από αυτόν τον κίνδυνο.

Βλέπετε αυτά τα σφραγισμένα βάζα εκεί; συνέχισε η κυρά, χωρίς να δίνει σημασία στους φόβους της μαμής.


Η μαμή κοίταξε προς τα εκεί που της έδειξε η κυρά και πάνω σε ένα ψηλό ράφι, είδε μια σειρά από καμιά δωδεκαριά μικρά βάζα, όλα με ακαταλαβίστικες ετικέτες.

Αυτά τα βάζα περιέχουν τις ψυχές αυτών που, σαν εσάς, ήρθαν να με φροντίσουν μετά από τις γέννες μου αλλά με παράκουσαν και επέτρεψαν να κυριαρχήσει στις καρδιές τους το πνεύμα της απληστίας. Έτσι ο άνδρας μου τους αφαίρεσε τη ζωή. Ακούστε με λοιπόν. Νάτος, έρχεται! Να είστε σιωπηλή και διακριτική.


Τότε μπήκε στο δωμάτιο το πνεύμα. Ρώτησε τη γυναίκα του πώς ήταν και η φωνή του ήταν σαν τον ήχο ενός μακρινού ρυακιού. Ακούγοντας από τα χείλη της πως ήταν καλά, γύρισε προς τη μαμή και την ευχαρίστησε εγκάρδια:

Έλα μαζί μου, της είπε. Πρέπει να σε πληρώσω για τις υπηρεσίες σου.


Η μαμή τον ακολούθησε από την κάμαρα της συζύγου του ως το θησαυροφυλάκιο του παλατιού του. Ήταν ένας ευρύχωρος, κρυστάλλινος θόλος, φωτισμένος όπως και το υπόλοιπο παλάτι από κάποιο εξωτερικό φως, αλλά στο εσωτερικό του υπήρχαν πράγματι θαυμαστοί θησαυροί. Το πνεύμα την οδήγησε σ΄ ένα βουνό από χρυσάφι, που απλωνόταν από τη μια άκρη του θησαυροφυλακίου μέχρι την άλλη:

Ορίστε, είπε στη μαμή το πνεύμα, πάρε ό,τι θες, δεν θα σε εμποδίσω.


Η τρεμάμενη γυναίκα σήκωσε το μικρότερο χρυσό κέρμα που μπόρεσε να βρει.


Αυτή είναι η αμοιβή μου, είπε. Δεν ζητώ παραπάνω απ΄ ότι δικαιούμαι για την εργασία μου.


Το πνεύμα συνοφρυώθηκε και της έδειξε τα δόντια του σα να είχε θυμώσει, αλλά όσο γρήγορα ήρθε η αλλαγή τόσο γρήγορα τον άφησε και οδήγησε τη μαμή σε ένα βουναλάκι από μαργαριτάρια:

Να, πάρε ό.τι θες. Μήπως προτιμάς αυτά; Είναι πολύτιμα, στο υπόσχομαι, θα είναι και σαν ενθύμιο από αυτόν εδώ τον κόσμο. Έλα, πάρε όσα θες.


Αλλά η μαμή αρνήθηκε να πάρει κάτι παραπάνω από ότι είχε ήδη στο χέρι της, παρόλο που έμπαινε στον πειρασμό. Θυμόταν συνεχώς τη συμβουλή της κυράς:

Δεν θα πάρω από εσάς ευγενικέ άρχοντα, τίποτα παραπάνω απ΄ ότι θα έπαιρνα από έναν χωρικό, ήταν η απάντησή της στους πειρασμούς του. Θα δεχτώ μόνον όσα αξίζει η εργασία μου.

Αν, είπε το πνεύμα μετά από μια μικρή παύση, είχες πάρει κάτι παραπάνω, θα σε είχα συνθλίψει. Αλλά τώρα, θα πας στο σπίτι σου, πάρε κι αυτό. Μη φοβάσαι.


Και λέγοντας αυτό, φτυάρισε λίγο από το χρυσάφι που είχε μπροστά του και το έβαλε στην αγκαλιά της μαμής:

Να το χρησιμοποιήσεις, της είπε, να το χρησιμοποιήσεις χωρίς φόβο. Είναι το δώρο μου σε σένα, δεν είναι καταραμένο, σου το υπόσχομαι.


Της έγνεψε να προχωρήσει παρακάτω χωρίς να περιμένει απάντηση, και γι΄ άλλη μια φορά βρέθηκαν να περπατούν στους διαδρόμους του παλατιού:

Αντίο! της έγνεψε τότε, αντίο!


Σκοτάδι περικύκλωσε τη μαμή σε μια στιγμή. Και την επόμενη, βρισκόταν στο κρεβάτι της, σα να είχε μόλις ξυπνήσει από όνειρο.



See acast.com/privacy for privacy and opt-out information.

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu