Μίτος
Μίτος
Mar 12, 2021
Η Μαϊταγκάρρι
Play • 59 min

Από τη χώρα των Βάσκων έρχεται η Μαϊταγκάρρι, να διευθετήσει βεντέτες που κρατάνε χρόνια και να τιμωρήσει με θεία δίκη τα παλιά τελώνια!


-----------------------


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Περιέχει κάποιες σκηνές βίας, βία ενάντια σε παιδιά, απειλές βίας


-----------------------


Επισκεφθείτε μας: www.karakaxa.org


Τίτλοι αρχής: กระต่ายเต้น ระนาดเอก από τον χρήστη chat080222 μέσω pixabay.com


Ηχητικά εφέ: freesound.org


-----------------------


ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ


Μαϊταγκάρρι (Η Νεράιδα της Λίμνης)


Ιτουριόζ, η κρύα πηγή


Σ΄ ένα σπίτι στα περίχωρα του Οϋαρζούν βασίλευε η πιο βαθιά σιγή. Ο Πέδρο Ιτουριόζ, ένας γεροδεμένος βουνίσιος άνδρας κάποιας περασμένης ηλικίας και η κεφαλή της οικογένειας, μόλις είχε τελειώσει το δείπνο του. Δίπλα του η γυναίκα του, πολλά χρόνια μικρότερή του, του προσέφερε ένα ποτήρι ζεστό κρασί και περίμενε να της απευθύνει το λόγο. Ο αφέντης έκανε νόημα και η γυναίκα όλο αγάπη και σεβασμό έβαλε στα χέρια του ένα ασημένιο ποτήρι. Στη συνέχεια έφερε στο τραπέζι μια γαβάθα με λαχταριστά φρούτα και πήγε κι έκατσε στην άλλη άκρη του δωματίου στον αργαλειό της υφαίνοντας το ύφασμα που αργότερα θα γινόταν μαντήλια, πετσέτες και αρωματισμένα σεντόνια, ό,τι δηλαδή υπάρχει σε όλα τα Βασκικά σπίτια. Σε μια άλλη γωνία της κουζίνας, δυο κορίτσια απαράμιλλης ομορφιάς κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα με έναν νεαρό με ασκέπαστο κεφάλι που ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών.


Στα δεξιά του τζακιού, κάτω από την μεγάλη τριγωνική σκεπή της καμινάδας, βρισκόταν ένα ανάκλιντρο διακοσμημένο με μακριά καρφιά από ορείχαλκο. Το ζεστό φως που έβγαινε από τη φωτιά και οι ακτίνες από τη δάδα του αναμμένου φυτιλιού της ρητίνης που κρεμόταν από τον τοίχο, φώτιζαν την οικογένεια. Ο αφέντης έκοψε στα δύο ένα ζουμερό μήλο και έδωσε το μισό στη γυναίκα του, κατέβασε τα δύο τρίτα του κρασιού και της προσέφερε το υπόλοιπο. Η γυναίκα τα δέχτηκε και τα δύο χωρίς να πει κουβέντα. Τότε ο βουνίσιος άντρας ξεσκέπασε το κεφάλι του και όλη η οικογένεια στάθηκε προσοχή με αυτή του την κίνηση. Έκανε το σταυρό του, μουρμούρισε μια προσευχή στην οποία τον συνόδευσαν και οι υπόλοιποι και πήγε κι έκατσε στο ανάκλιντρο.


Ένα από τα κορίτσια μάζεψε το τραπέζι, δίπλωσε προσεκτικά το λευκό τραπεζομάντηλο κι έπειτα όλη η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από τη φωτιά. Η κυρία του σπιτιού έγνεθε, τα κορίτσια τύλιγαν μαλλί σε ρόκες, το αγόρι ακόνιζε ένα μαχαίρι ξυλουργού και ο Πέδρο Ιτουριόζ γερμένος στο ανάκλιντρο φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Το βλέμμα ολονών σιγά σιγά στράφηκε στο πρόσωπο του αφέντη τους, του οποίου τα μάτια τώρα έκλειναν από τον ύπνο. Η γυναίκα αναστέναξε απαλά, η κουβέντα των κοριτσιών σταμάτησε και το αγόρι άρχισε πολύ σιγά ένα μονότονο τραγούδι, με τον ρυθμό του οποίου άρχισαν να συγχρονίζονται οι κινήσεις των χεριών των τριών γυναικών. Το τραγούδι πρέπει να επηρρέασε πολύ τον αφέντη, ο οποίος αμέσως έπεσε σε βαθιά λήθη.


Από τη μισόκλειστη πόρτα έμπαιναν οι ακτίνες του φεγγαριού, φωτίζοντας το τοπίο γεμάτο εντυπωσιακά δέντρα και γιγαντιαία βουνά. Μπορούσες να ακούσεις μέχρι και το βουνίσιο ρυάκι δίνοντας στη σιωπηλή αυτή στιγμή μια ξεχωριστή ζεστασιά. Για κάμποσες στιγμές όλα παρέμειναν έτσι μέχρι που ο γέρος άντρας ανασηκώθηκε και ρώτησε:


«Πες μου Αντόνιο, τι άκουσες εκεί πάνω στο βουνό;»


Ο νεαρός πέταξε κατάχαμα το μαχαίρι που ακόνιζε, σηκώθηκε και με σεβασμό αποκρίθηκε:


«Άκουσα πατέρα, πως η μάχη ήταν αιματηρή.»


«Ξέρεις ποιοι ήταν οι ηττημένοι;»


«Δεν μου το είπε κανείς πατέρα.»


Ο γέρος άνδρας παρέμεινε σιωπηλός. Το μεγαλύτερο από τα κορίτσια έγινε άσπρο σαν πανί, άφησε τη ρόκα να της πέσει από το χέρι και κοίταξε τον αδερφό της τόσο έντονα λες και ήθελε να τον ανακρίνει με το βλέμμα της και μόνο. Αλλά ο Αντόνιο ήξερε να περιμένει την άδεια από τον πατέρα του για να μιλήσει.


«Αύριο, με το πρώτο φως, να πας στο μέτωπο και να μη γυρίσεις αν δεν μάθεις τα τελευταία νέα της μάχης», είπε ο πατέρας.


«Θα πάω πατέρα», απάντησε το αγόρι.


«Πλησίασε τότε κι άκου Αντόνιο».


«Τι επιθυμείς να κάνω;» ρώτησε ο Αντόνιο καθώς πλησίασε το αυτί του όλο και πιο κοντά στο στόμα του πατέρα του για να ακούσει ότι είχε να πει μόνο σε αυτόν.


«Ο Γκιλ είναι μαζί τους» είπε εκείνος με φωνή φορτισμένη. «Είναι αδερφός σου και γιός μου, γι αυτό ρώτα, γύρνα όλο τον στρατώνα κι όταν επιστρέψεις να μου πεις μόνο αν τον είδες ζωντανό αλλιώς, αν έχει πεθάνει να τον έχεις θάψει με τρόπο Χριστιανικό».


«Θα γίνει ότι μου πρόσταξες, πατέρα».


«Κι αν ζει, να του πεις ότι του απαγορεύω – ακούς; Του απαγορεύω να χρησιμοποιήσει τα όπλα του ενάντια στους Αρπίντες όσο κι εκείνοι πολεμούν τον εχθρό», συνέχισε ο πατέρας.


«Αυτό μου το απαγορεύεις κι εμένα, πατέρα;»


«Ναι γιε μου. Όσο κινδυνεύει η χώρα πρέπει να βάλουμε όλοι στην άκρη διαφωνίες και μίση, όσο βαθιά και παλιά κι αν είναι πρέπει να τα πνίξουμε. Καταραμένοι όσοι πράττουν το αντίθετο».


Ο άνδρας τότε σηκώθηκε, φίλησε τις τρεις γυναίκες στο μέτωπο, ευλόγησε τον Αντόνιο και αργά βγήκε από την κουζίνα. Μισή ώρα αργότερα κοιμόταν τον ύπνο ενός δίκαιου ανθρώπου.


Δεν είχε προλάβει καλά καλά να βγει από το δωμάτιο ο Πέδρο Ιτουριόζ και οι γυναίκες περιτριγύρισαν τον Αντόνιο.


«Ο πατέρας σου, σου είπε κάποια μυστικά που εμένα δεν μου επιτρέπεται να γνωρίζω», του είπε η μητέρα με ιερή εγκαρτέρηση. «Να τον υπακούσεις αγόρι μου, αδιαμαρτύρητα. Ο πατέρας σου έχει τη θέση του Θεού σε αυτόν τον κόσμο».


«Έτσι με έχεις μάθει μητέρα», της απάντησε το αγόρι και τη γλυκοφίλησε.


«Έτσι είναι Αντόνιο, αλλά μετά τον πατέρα αναλαμβάνει η μητέρα να συμβουλεύσει τα παιδιά της. Κάθισε κι άκουσέ με».


Τα τρία παιδιά κάθισαν και η μητέρα βρέθηκε ανάμεσα στις δυο κόρες της. Στη μία φαινόταν ξεκάθαρα η αγωνία στο πρόσωπό της ενώ η άλλη την κοιτούσε με μια ήρεμη αγάπη. Ο Αντόνιο γονάτισε μπροστά στην Καταλίνα και κάρφωσε τα μαύρα του μάτια στα δικά της. Η γυναίκα του Ιτουριόζ έπαιξε ανέμελα με τις μπούκλες του γιού της:


«Αντόνιο», του είπε, «ο αδερφός σου πολεμάει στο μέτωπο και ξέρεις πόσο ζωηρός είναι. Αν ζει ακόμη, να του πεις να κάνει το καθήκον του γενναία. Ταυτόχρονα όμως να μην κάνει ανοησίες και κουτοθαρραλέα ριψοκινδυνέψει τη ζωή του».


«Θα του το πω», απάντησε ο νεαρός Αντόνιο.


«Πες του», συνέχισε η Καταλίνα, «να ξεχάσει τα προσωπικά μας και να θυμάται μόνο πως είναι από το Γκουιπούζκο και ότι μόνος του εχθρός είναι ο εχθρός της χώρας».


«Αδερφέ μου, μην ξεχάσεις αυτές τις σοφές συμβουλές», είπε διακόπτοντας η ταραγμένη κόρη.


«Και τι ξέρεις εσύ από αυτά Ινέζ;» της είπε υπεροπτικά ο Αντόνιο.


«Είναι αλήθεια», απάντησε κοκκινίζοντας το κορίτσι, «ότι δεν καταλαβαίνω πολλά γι αυτά τα πράγματα, αλλά είμαι σίγουρη ότι πίσω από τις συμβουλές αυτές βρίσκεται απέραντη σοφία».


«Μητέρα, μόλις μου έδωσες την ίδια συμβουλή με τον πατέρα».


«Δόξα Σοι!» είπε η Καταλίνα. «Τώρα το μόνο που μένει σα συμβουλή είναι να μη μένεις πολύ σε ένα μέρος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σου μέχρι τον αδερφό σου. Σου δίνω την ευχή μου κι ο Θεός να σας έχει και τους δυο καλά! Ελάτε κόρες μου, πάμε να ξαπλώσουμε».


Σηκώθηκαν όλοι και βγήκαν από την κουζίνα. Η μόνη προστασία αυτού του σπιτικού ήταν οι νόμοι της χώρας μα ο φρουρός της ήταν ένας σκύλος μαστίφ ξαπλωμένος μπροστά από τη φωτιά.


Η Μάγισσα του Ζαλντίν


Το ρολόι σήμανε μεσάνυχτα όταν άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και στην κουζίνα μπήκε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Το σκυλί τέντωσε το κεφάλι του, γρύλισε απειλητικά, πλησίασε την επισκέπτρια και γύρισε πάλι στη θέση του τεμπέλικα να συνεχίσει τον ύπνο του. Η γυναίκα ζωντάνεψε τη φωτιά ρίχνοντάς της μερικά ξερά κλαδιά και με τη φωνή της έκανε το κάλεσμα της κουκουβάγιας μα τόσο τέλεια που θα έλεγε κανείς ότι ήταν στ’ αλήθεια μια κουκουβάγια στο σπίτι. Δειλά βήματα ακούστηκαν να κατεβαίνουν από τον πάνω όροφο τη σκάλα. Ήταν η Ντομίνικα, η μικρότερη κόρη του Πέδρο Ιτουριόζ, που σταμάτησε σαστισμένη μα και αποφασισμένη σαν είδε τη γυναίκα στο σπίτι.


«Πλησίασε Ντομίνικα, έλα και κάτσε κοντά μου», είπε η γυναίκα.


Η κόρη υπάκουα πλησίασε κι έκατσε στο ξύλινο παγκάκι, δίπλα στη συνομιλήτριά της. Το σκυλί σηκώθηκε και έφτασε μέχρι τα πόδια της Ντομίνικα όπου και έβαλε το κεφάλι του παιχνιδιάρικα ανάμεσα στα γόνατά της. Τι παράξενη σκηνή αυτή, με τις τρεις φιγούρες να βγαίνουν σαν ανάγλυφα από τους μαυρισμένους τοίχους. Θα‘ λεγε κανείς πως ήταν κάτι βγαλμένο από μαγική τελετουργία. Τα ζαρωμένα φρύδια της γριάς γυναίκας, τα στρογγυλά ανήσυχα μάτια της, τα κόκκινα μαλλιά της και η μακριά της μύτη έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τα ροδοκόκκινα μάγουλα, τα εκφραστικά μαύρα μάτια, τη λεπτοκαμωμένη μέση και το όλο χάρη χαμόγελο της νεαρής Ντομίνικα. Και η ατμόσφαιρα βάρυνε μόλις η γριά γυναίκα πλησίασε αυτό το πρόσωπό της κοντά στης Ντομίνικα με το σκυλί να παρακολουθεί κάθε κίνηση της μάγισσας με το διεισδυτικό του βλέμμα:


«Εσύ με κάλεσες Ντομίνικα;» ρώτησε η γυναίκα χαμηλόφωνα. «Εδώ είμαι λοιπόν, τι θέλεις από εμένα;»


«Ήθελα να μάθω», είπε το κορίτσι με τρεμάμενη φωνή, «ποιοι είναι οι ηττημένοι στο μέτωπο.»


«Αυτό είναι όλο;», ρώτησε η μάγισσα εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Ντομίνικα με προσοχή.


«Ναι, τίποτα άλλο», αποκρίθηκε η κόρη κατεβάζοντας το βλέμμα.


«Πολύ καλά. Άνοιξε αυτό εκεί το παράθυρο που βλέπει κατά το στρατώνα.»


«Ανοικτό είναι τώρα», είπε, ανοίγοντάς το διάπλατα.


«Κοίτα τον ουρανό.»


«Κοιτάω τώρα.»


«Τι βλέπεις κατά τη Δύση;»


«Βλέπω ένα γκρίζο σύννεφο.»


«Τι μορφή έχει πάρει;»


«Σα να είναι ο σκελετός ενός γιγάντιου αλόγου.»


«Τι άλλο παρατηρείς;»


«Βλέπω το σύννεφο να χωρίζεται στα δύο.»


«Και ποια μεριά είναι η μεγαλύτερη;»


«Η μεριά με το κεφάλι».


«Οι Ναβαρέζοι και οι Γάλλοι ηττήθηκαν!» είπε η μάγισσα.


Η Ντομίνικα γέλασε δυνατά όλο χαρά και, πλησιάζοντας τη μάγισσα, τη ρώτησε: «Είσαι σίγουρη για ό,τι μου είπες;»


«Όσο σίγουρη είσαι ότι με έχεις μπροστά σου αυτή τη στιγμή. Θέλεις να μάθεις κι άλλα;»


«Θα ήθελα να μάθω τι απόγινε ο αδερφός μου», απάντησε το κορίτσι.


«Θα σου ικανοποιήσω την περιέργεια. Έλα κοντά στη χύτρα.»


Η Ντομίνικα αμέσως έκανε ό,τι της είπε.


«Βάλε τη στη φωτιά και βγες έξω στο χωράφι να μου φέρεις τις ρίζες του αρετολούλουδου».


Η κόρη, με το σκυλί ξοπίσω της, βγήκε και τράβηξε κατά τα χωράφια. Τότε, με φιδίσια πονηριά, η μάγισσα έβγαλε από την τσέπη της ένα δερμάτινο πουγκί κι από μέσα από αυτό ένα μάτσο πανιά. Ξεδιπλώνοντάς τα ένα-ένα πολύ προσεκτικά, έβγαλε τελικά το τέλεια διατηρημένο παιδικό χέρι, τυλιγμένο με σγουρά ξανθά μαλλάκια. Από την άλλη τσέπη της έβγαλε ένα μπουκάλι από το οποίο έσταξε λίγο από το βαθύ κόκκινο υγρό του στη χύτρα που τώρα πια είχε ζεσταθεί από τη φωτιά, και βάλθηκε να περιμένει τη Ντομίνικα να γυρίσει.


Δεν περίμενε και πολύ. Η κόρη γύρισε κρατώντας ένα μάτσο ρίζες, μα όταν πήγε να πλησιάσει τη μάγισσα ο σκύλος έπιασε να την τραβάει από το φόρεμα στην αντίθετη κατεύθυνση.


«Ήσυχα Μουρ, ήσυχα», είπε στο σκυλί. «Σα να σου παραρέσει να μένεις ξύπνιος βραδιάτικα!» και έδωσε στη γυναίκα τις ρίζες.


«Τις μάζεψες κάτω από μέρος σκιερό;» τη ρώτησε η μάγισσα καθώς έπαιρνε τις ρίζες από το κορίτσι.


«Μάλιστα, κάτω από τη σκιά μιας καρυδιάς».


«Πολύ καλά. Τώρα κάτσε στο παγκάκι και μη βγάλεις το βλέμμα σου από τη χύτρα».


Η μάγισσα καθάρισε τις ρίζες και τις έριξε στη χύτρα που τώρα πια έβραζε για τα καλά. Σε μια στιγμή μια γαλάζια φλόγα αναδύθηκε από τη χύτρα φωτίζοντας με το παράξενο φως της όλο το δωμάτιο.


«Τι βλέπεις;» ρώτησε η μάγισσα.


«Βλέπω τον αδερφό μου μέσα στα αίματα να κοιμάται ήσυχος. Βλέπω πολλούς νεκρούς στο πεδίο μάχης. Αχ αλίμονο!» φώναξε ξαφνικά.


«Τι άλλο βλέπεις;»


«Βλέπω τον Χουάν ντε Αρπίντες επίσης να κοιμάται εκεί κοντά. Βλέπω πολλές φωτιές εδώ κι εκεί. Βλέπω φρουρούς».


«Κοίτα προς το μέρος του αδερφού σου, τι κάνει;»


«Ω Ουρανοί!» φώναξε η Ντομίνικα κι έγινε άσπρη σαν πανί.


«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η μάγισσα.


«Ο αδερφός μου σηκώνεται, βγάζει το σπαθί από τη θήκη του και προσεκτικά πλησιάζει τον Χουάν ντε Αρπίντες».


«Ο αδερφός σου και ο Αρπίντες πρέπει να μονομαχήσουν και να κυλιστεί αίμα», είπε η μάγισσα με ένα θλιμμένο τόνο στη φωνή της. «Τι άλλο βλέπεις;»


«Τίποτα άλλο», είπε τρεμάμενη η Ντομίνικα.


«Γύρνα προς τον τοίχο», συνέχισε η μάγισσα, «και πολύ προσεκτικά παρατήρησε τις μορφές που θα εμφανιστούν στον τοίχο».


Η Ντομίνικα υπάκουσε και γύρισε, αλλά βγάζοντας μια κραυγή οδύνης, κάλυψε τα μάτια της με τα χέρια της.


«Μου είναι αδύνατο να κοιτάξω», είπε το κορίτσι, πολύ ταραγμένο.


«Βγάλε τα χέρια από τα μάτια σου και πες μου τι βλέπεις. Δεν έχω χρόνο για τα μυξοκλάματά σου».


«Βλέπω τον Χουάν ντε Αρπιντές και μια γυναίκα να τον βαστάει στα χέρια της».


«Την ξέρεις αυτή τη γυναίκα;»


«Το πρόσωπό της είναι γυρισμένο από την άλλη».


«Δες προσεκτικά τον Αρπιντές, πώς είναι το χρώμα του;»


«Είναι χλωμός, πολύ χλωμός».


«Ικανοποιήθηκες τώρα;» ρώτησε η μάγισσα κι ένα χαιρέκακο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.


«Καημένη μου αδερφή!» είπε η Ντομίνικα κλαίγοντας.


«Ο αδερφός σου έχυσε το αίμα τού αγαπημένου της Ινέζ. Θέλεις να μάθεις κι άλλα για αυτή τους την αγάπη;»


Το σκυλί ούρλιαξε και σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια στηρίχθηκε πάνω στη Ντομίνικα και της έγλειψε το πρόσωπο.


«Σε καλό σου!» είπε χαμηλόφωνα η Ντομίνικα.


«Αποφάσισε γρήγορα, έχω κι αλλού να πάω κι έχω αργήσει δύο ώρες ήδη!»


Το κορίτσι δίστασε και ο σκύλος συνέχισε να της γλύφει το πρόσωπο κοιτάζοντας έντονα και καχύποπτα τη μάγισσα.


«Μπαα, δεν είσαι εσύ για τέτοια!», είπε απότομα η μάγισσα κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της για να αναχωρήσει.


«Περίμενε! Κάτσε ένα λεπτό!» παρακάλεσε η Ντομίνικα, τραβώντας τη γυναίκα από το φουστάνι της.


«Δεν μπορώ να μείνω άλλο σε αυτό το σπίτι», είπε η μάγισσα λοξοκοιτώντας το σκυλί.


«Πολύ καλά, αποφάσισα», είπε η κόρη.


Το σκυλί έβγαλε έναν απογοητευμένο λυγμό, κατέβηκε από το κορίτσι και πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά του δωματίου.


«Πάρε αυτό το δερμάτινο πουγκί, τώρα που επιτέλους αποφάσισες, και κοίτα ξανά τη γαλάζια φλόγα».


«Εντάξει», είπε η Ντομίνικα και πήρε το πουγκί προσπαθώντας όσο μπορούσε να μη φοβάται.


«άνοιξε το πουγκί και ένα-ένα ρίξε στη φωτιά όλα τα περιεχόμενά του».


Έτσι κι έκανε η Ντομίνικα. Όμως μόλις έβγαλε το ακρωτηριασμένο μέλος και το κοίταξε στο χέρι της έτσι τυλιγμένο με τα μαλλιά, την κυρίεψε τέτοιος τρόμος που τα πέταξε όλα, ακόμη και το πουγκί μέσα στη χύτρα που έβραζε πάνω στη φωτιά.


Το σπίτι αμέσως σείστηκε σαν από έκρηξη και όσο και να ήθελε το κορίτσι να ξεφύγει από εκεί, δεν μπορούσε. Τα γόνατά της λύγισαν και έπεσε στο έδαφος βγάζοντας μια διαπεραστική στριγκλιά. Τότε είδε τη Μάγισσα του Ζαλντίν να μεταμορφώνεται σε τερατώδη νυχτερίδα και να φεύγει από το παράθυρο.


Η φωτιά σιγά σιγά έσβησε και το σπίτι βυθίστηκε στο σκοτάδι.


Η Παραδοχή


Το ξημέρωμα ο Αντόνιο ντύθηκε βιαστικά κι ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για το ταξίδι του. Στην είσοδο του σπιτιού τον περίμενε η Ινέζ που ανέπνεε κάπως αγχωμένα των πρωινό αέρα.


«Καλημέρα Ινέζ», της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο. «Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς;»


«Ήθελα να σε δω πριν φύγεις».


«Ευχαριστώ Ινέζ μου, ξέρω ότι μ’ αγαπάς πολύ. Η Ντομίνικα δεν είναι μαζί σου;»


«Θα κοιμάται ακόμη. Άκου όμως Αντονιο, ήρθα μόνη γιατί θέλω να σου μιλήσω ιδιαιτέρως. Είσαι μικρότερός μου, το ξέρω, όμως οι συμβουλές από άνδρες της ηλικίας σου έχουν άλλο βάρος απ΄ ότι των γυναικών της δικής μου».


Ο Αντόνιο την κοίταξε και τότε μόνο πρόσεξε πόσο χλωμή ήταν.


«Δεν αισθάνεσαι καλά αδερφή μου;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.


«Ναι Αντόνιο, είμαι άρρωστη σωματικά αλλά πολύ περισσότερο ψυχικά».


«Καημένη Ινέζ! Πώς μπορώ να βοηθήσω; Πες μου και το ξέρεις πως θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου, σε νοιάζομαι τόσο πολύ».


Η Ινέζ σήκωσε τα μάτια και τα κάρφωσε στα δικά του, κοιτάζοντάς τον τόσο έντονα που κάτι μέσα του πόνεσε.


«Αμφιβάλλεις για την αφοσίωσή μου;» τη ρώτησε. «Αυτό θα με πλήγωνε βαθύτατα».


«Κάθε άλλο αδερφέ μου», του απάντησε γλυκά, «θα σου εκμυστηρευτώ κάτι που ούτε ο Γκιλ μήτε ο πατέρας μας γνωρίζει».


«Αυτό θα με καθησυχάσει πολύ», της είπε ο Αντόνιο και την πλησίασε.


«Περνάει η ώρα καλέ μου και έχεις να διανύσεις πολύ δρόμο. Σε παρακαλώ να με ακούσεις και να είσαι επιεικής μαζί μου».


«Έλα Ινέζ, πες μου επιτέλους, σε ακούω».


Η Ινέζ πήρε το χέρι του Αντόνιο στο δικό της και του είπε το εξής:


«Σίγουρα γνωρίζεις το μίσος και την αντιζηλία που υπάρχει ανάμεσα στην οικογένειά μας και αυτήν των Αρπίντες. Αυτό το μίσος είναι η πηγή όλης μου της δυστυχίας».


«Μα γιατί;» τη ρώτησε ανήσυχος ο Αντόνιο.


«Για τον εξής λόγο αδερφέ μου: έχω γνωρίσει τον Χουάν ντε Αρπίντες και όταν τον πρωτοείδα έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα».


«Και πολύ καλά έκανες, αδερφή μου. Το κακό που έκανε ο πατέρας του στον πατέρα μας είναι ασυγχώρητο».


«Άφησέ με να τελειώσω. Από εκείνη την ημέρα με ακολουθούσε όπου και να πήγαινα. Και στην εκκλησία του Οϋαρζούν συνοδευόμενη από τη μητέρα μας να πήγαινα, αυτός ήταν εκεί, στην πόρτα του ναού. Κατά τη Λειτουργία γονάτιζε πολύ κοντά μας και όταν φεύγαμε τον έβρισκα στο προαύλιο. Στη διαδρομή για το σπίτι μας ακολουθούσε κρατώντας μικρή απόσταση».


«Χωρίς να σου πει λέξη;»


«Δεν τόλμησε ποτέ. Όταν κοίταζα από το παράθυρό μου, τον έβλεπα στο βάθος στους πρόποδες του βουνού με το τόξο του στον ώμο να κοιτάει κατά δω».


«Μήπως δολοπλοκούσε εναντίον μας;»


«Όχι!» είπε αμέσως η Ινέζ. «Ήρθε η άνοιξη και κάθε αυγή, όταν άνοιγα το παράθυρό μου έβρισκα ένα μπουκέτο αγριολούλουδα στο περβάζι μου. Στην αρχή τα πετούσα χάμω επιδεικτικά γιατί ήμουν σίγουρη πως κάπου κρυμμένος θα παραμόνευε και θα με έβλεπε. Κάποιες μέρες όμως τον συναντούσα είτε στο δάσος είτε κοντά στην πηγή και, βλέποντας πόσο θλιμμένα ήταν τα μάτια του, δεν μπορούσα παρά να τον λυπηθώ».


Ο Αντόνιο πήρε το χέρι του από τις χούφτες της αδερφής του και παρέμεινε σκεπτικός.


«Άκουσέ με αδερφέ μου, για το Θεό! Ο δισταγμός και ο σεβασμός που έδειξε προς εμένα μου κέντρισαν το ενδιαφέρον. Άρχισα να τον φέρνω στο νου μου όλο και πιο συχνά και, όσο και να προσπάθησα να απωθήσω την εικόνα του από το μυαλό μου, δεν τα κατάφερα... Συνέβη ένα δειλινό καθώς γυρνούσα από το κοιμητήριο που είχα πάει να βάλω λουλούδια στον τάφο της Ξαδέρφης Λουθία, που τόσο αγαπούσαμε όλοι. Άρχισε να πέφτει βαρύ χιόνι και ο δρόμος έγινε γρήγορα αδιάβατος. Πλησιάζοντας με δυσκολία το σταυροδρόμι κοντά στην πηγή, είδα μια σκοτεινή φιγούρα να στέκεται στη μέση του δρόμου. Τα μάτια της έβγαζαν φωτιές μέσα στη θύελλα και είχε καρφώσει το βλέμμα της επάνω μου. Πάγωσα τόσο από τον φόβο μου που δεν μπορούσα ούτε να φωνάξω για βοήθεια. Τότε η φιγούρα έβγαλε ένα τρομακτικό αλύχτισμα και όρμησε κατά πάνω μου».


«Μήπως ήταν ο Χουάν;», φώναξε το αγόρι κάνοντας μερικά νευρικά βήματα μπρος-πίσω. «Τον άτιμο!»


«Όχι αδερφέ μου, δεν ήταν αυτός. Ήταν ο λύκος, αυτός που έχει τρομοκρατήσει όλη την περιοχή---»


«---Αυτός που βρέθηκε σκοτωμένος κοντά στην πηγή; Αχ αδερφούλα μου!» είπε ο Αντόνιο και της ξαναέπιασε το χέρι.


«Θα πέθαινα στα σίγουρα», συνέχισε και μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα της. «Όταν το ζώο είχε φτάσει τόσο κοντά που έβλεπα τα δόντια του και άκουγα την αναπνοή του, μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις και φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Ακριβώς πριν με κατασπαράξει, ένας άνθρωπος ξεπρόβαλλε από την άκρη του δρόμου και αστραπιαία στάθηκε ανάμεσα σε μένα και το κτήνος δεχόμενος έτσι την επίθεση που προοριζόταν για εμένα. Άρχισαν να παλεύουν με μανία, αλλά αυτό που το έκανε ακόμη πιο φοβερό ήταν ότι ούτε ο λύκος ούτε ο άνδρας έκαναν τον παραμικρό θόρυβο. Το θέαμα ήταν τόσο βίαιο κι όμως απόλυτα αθόρυβο. Το τι πέρασα τότε είναι απερίγραπτο. Πίστευα με όλο μου το είναι πως ο σωτήρας μου ήταν ο Γκιλ».


Κατά τη διάρκεια της εξιστόρησης αυτής ο Αντόνιο κατά καιρούς έσφιγγε λίγο παραπάνω τα χέρια της Ινέζ.


«Συνέχισαν να παλεύουν για τουλάχιστον δέκα λεπτά», συνέχισε η κόρη. «Στο τέλος ο λύκος σωριάστηκε στο έδαφος νεκρός, πνιγμένος από τη σιδερένια λαβή του σωτήρα μου. Τότε με πλησίασε και προς μεγάλη μου έκπληξη είδα πως ήταν ο Χουάν ντε Αρπίντες---»


«---Ο Χουάν ντε Αρπίντες!» φώναξε γεμάτος έκπληξη ο Αντόνιο.


«Ναι αδερφέ μου, του χρωστάω τη ζωή μου. Μου ζήτησε να του επιτρέψω να με συνοδεύσει σπίτι και με έβαλε να του ορκιστώ πως δε θα πω σε κανέναν τίποτα για το τι είχε συμβεί. Μέχρι σήμερα λοιπόν, τον κράτησα τον όρκο μου».


«Και τον ξαναείδες από τότε;»


«Πολλές φορές αδερφέ μου. Γιατί από εκείνη τη στιγμή μού ήταν αδύνατο να μην τον αγαπήσω».


Με αυτά τα λόγια κοκκίνησε ολόκληρη και έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο τού αδερφού της. Εκείνος συγκινήθηκε πολύ με αυτή την τόσο τρυφερή εμπιστοσύνη που του έδειξε η αδερφή του.


«Γνωρίζεις Ινέζ», είπε μετά από μια μικρή παύση, «γνωρίζεις αν σε αγαπάει κι αυτός;»


«Τα χείλη του ποτέ δε μου το έχουν πει, αλλά είναι ολοφάνερο στο βλέμμα του. Στεφάνια από λουλούδια με περιμένουν κάθε πρωί στο περβάζι μου και την παραμονή που θα έφευγε για να πάει να πολεμήσει για τη χώρα μας, αντί για το σύνηθισμένο στεφάνι βρήκα μόνο δυο λουλούδια. Ένα αμάραντο κι έναν πανσέ δεμένα μαζί».


«Η συμπεριφορά του είναι στ’ αλήθεια ευγενής», είπε ο νεαρός με σοβαρό ύφος. «Έλα λοιπόν αδερφή μου, σήκωσε αυτό το αγνό σαν πρώτα ανάστημά σου, έλα. Εγώ, ο αδερφός σου υπόσχομαι να σε υποστηρίξω και να σε προστατέψω από όλους κι από τα πάντα. Ακόμη κι αν ο πατέρας μας μέσα στο τυφλό του μίσος καταραστεί την αγάπη σας, ακόμη κι αν ο αδερφός μας κάνει το ίδιο, εγώ ο αδερφός σου που τώρα ξέρει τι έχει συμβεί δεν θα φοβηθώ να σε στηρίξω αδερφή μου. Σα μάθει ο πατέρας κι ο Γκιλ ό,τι ξέρω κι εγώ, είμαι σίγουρος πως θα σε ευλογήσουν ως την ειρηνοποιό ανάμεσα στις δυο οικογένειες. Θα σε ευλογήσουν Ινέζ, όπως σε ευλογώ κι εγώ τώρα».


Η Ινέζ ρίχτηκε στην αγκαλιά του αδερφού της που της γέμισε φιλιά το πρόσωπο.


«Τι καλά που έκανα και σ’ εμπιστεύτηκα αδερφέ μου!» είπε κλαίγοντας με δάκρυα χαράς.


«Ναι αδερφή μου, πολύ καλά έκανες. Δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο αφοσιωμένη μου ήσουν όλα αυτά τα χρόνια και, αν και σε πολλά συμφωνώ με τον πατέρα μας και τον σέβομαι πολύ, η καρδιά μου λέει ότι σε αυτό το θέμα κάνει λάθος. Πήγαινε τώρα Ινέζ μου και να με περιμένεις να γυρίσω, ποιος ξέρει τι θα συμβεί;»


«Ας έχουμε πίστη στον Θεό αδερφέ μου».


«Ας γίνει, ας αφήσουμε τις τύχες μας στα χέρια του Θεού».


«Κι ας σε προσέχει στην άγια Του σοφία, αγαπημένε μου Αντόνιο».


Αγκαλιάστηκαν για άλλη μια φορά και ο νεαρός πήγε να κάνει όπως του είχε προστάξει ο πατέρας.


Η Μονομαχία


Δυτικά των λόφων, που σχηματίζεται μια κορυφογραμμή από τη Λεΐζα ως τις ακτές του ωκεανού, ένας έφιππος με πανοπλία από την κορυφή μέχρι τα νύχια πήγαινε καβάλα σε ένα ζωηρό άλογο. Από την κατάσταση της πανοπλίας του, το τσακισμένο του κράνος, το σκουριασμένο του θώρακα, τα ξεφτισμένα διάκοσμα στην κάπα του, θα έλεγε κανείς πως επέστρεφε από τρομερή μάχη. Πήγαινε μοναχός του, χωρίς υπηρέτη, χωρίς ασπίδα, σταματώντας που και που για να σιγουρευτεί ότι ήταν στο σωστό δρόμο. Με το χέρι του πάντα στη λαβή του σπαθιού του, γυρνούσε νευρικά να κοιτάξει προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν ο παραμικρός ήχος και πάντα τράβαγε το τσεκούρι του όποτε βρισκόταν στο δρόμο του βοσκός ή οδοιπόρος. Άφησε στα δεξιά του την πόλη Γκοϊζουέτα και πήρε το μονοπάτι της Ουρουμέα προς το φρούριο Αρτικούζα, ένα ξακουστό οπλοστάσιο και εντυπωσιακό κτίσμα, καμάρι όλων όσων το είχαν και το διατηρούσαν. Δυστυχώς όμως, εκείνο τον καιρό τίποτα από αυτά δεν υπήρχε, η στενή πεδιάδα όπου κάποτε στεκόταν περήφανο το οπλοστάσιο ήταν πια από τα πιο άγρια μέρη όλης της περιοχής.


Όταν ο καβαλάρης έφτασε στην κορυφή ενός βουνού από αυτά που ήταν γύρω από την πεδιάδα, ο ήλιος φαινόταν πια σαν μια χρυσή γραμμή στον ορίζοντα με τη θάλασσα. Ο ιππότης κοντοστάθηκε για λίγο κι έπειτα κατηφόρισε προς τη σκοτεινή πλέον πεδιάδα. Φτάνοντας σε ένα βράχο ο οποίος περνούσε από τη μέση του ποταμιού που κατέληγε στην πεδιάδα, σταμάτησε, ξεπέζεψε και σωριάστηκε στο γρασίδι, αφήνοντας το άλογό του να βοσκήσει με την ησυχία του. Έμεινε εκεί λίγο κι όταν πια ξεκουράστηκε και πήγε να καβαλικέψει το άλογό του, εκείνο χλιμίντρισε δυνατά και στη συνέχεια ακούστηκε και απάντηση στο χλιμίντρισμα! Ο ιππότης καβάλησε αμέσως το άλογό του και πήρε στάση άμυνας, έτοιμος να ανταποκριθεί σε ενέδρα. Έστησε αυτί και όντως άκουσε οπλές στο έδαφος και μέταλλο από πανοπλία. Το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό όμως που, μόνο όταν οι δυο άντρες βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής μπόρεσαν να διακρίνουν ο ένας τον άλλο:


«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε ο πρώτος.


«Και ποιος είσαι εσύ που ρωτάς;», ρώτησε ο δεύτερος.


«Εγώ είμαι ιππότης» είπε ο πρώτος.


«Από το Γκουιπούζκο ή Ναβαρέζος;»


«Γκουιπούζκο», ήλθε η απάντηση.


«Ο Θεός μαζί σου, είμαστε φίλοι τότε».


Με αυτά τα λόγια πλησίασαν ακόμη περισσότερο και ρώτησαν: «Και προς τα που τραβάς;»


«Για το Οϋαρζούν».


«Από εκεί είσαι;»


«Από εκεί κοντά».


«Αν είναι έτσι τότε πρέπει να ξέρω και το όνομά σου, πώς σε λένε;»


«Χουάν ντε Αρπίντες».


«Κι εγώ είμαι ο Γκιλ ντε Ιτουριόζ», απάντησε ο δεύτερος.


Παύση. Ήταν πια ο ένας μπροστά στον άλλο, οι πρωτότοκοι δύο οικογενειών με ένα μίσος που κρατούσε πολλά χρόνια τώρα.


«Επιτέλους συναντιόμαστε σε ουδέτερο έδαφος», είπε ο Γκιλ στον ανταγωνιστή του. «Εδώ δεν μας δένει τα χέρια η αφοσίωση στην πατρίδα μα ούτε και μας αποτρέπει ο κοινός εχθρός από το να λύσουμε τις διαφορές μας μια και καλή».


«Σωστά μιλάς», αποκρίθηκε ο Αρπίντες θλιμμένα. «Δε βλέπω όμως το λόγο να τραβήξουμε τα σπαθιά μας, αφού εμείς μεταξύ μας δεν έχουμε καμία διαφωνία».


«Και γιατί όχι;» ρώτησε ο Γκιλ. «Ξεχνάς Χουάν ντε Αρπίντες πως ο πατέρας σου πρόσβαλλε τον δικό μου με το χειρότερο τρόπο ή μήπως νομίζεις πως οι απόγονοι δεν πρέπει να ζητούν εκδίκηση; Η πιο ευγενής κληρονομιά!»


«Άκουσέ με Γκιλ», παρακάλεσε ο Αρπίντες. «Δεν αρνούμαι ότι οι οικογένειές μας πάνε από προσβολή σε προσβολή από την ημέρα που ο πατέρας μου πισωγύρισε την υπόσχεση γάμου της αδερφής του πατέρα σου. Ξέρω όμως ότι πριν από αυτό τις οικογένειές μας τις έδενε μια γερή και μακροχρόνια φιλία. Πρέπει τώρα λοιπόν όλα τα καλά να διαγραφούν μόνο και μόνο με τη θύμηση της προσβολής ή χειρότερα εξαιτίας της ξεροκεφαλιάς των γονιών μας; Ας είμαστε συνετοί Γκιλ κι ας χτίσουμε πάλι την ειρήνη που οι μεγαλύτεροί μας γκρέμισαν. Ας βάλουμε στην άκρη τις διαφορές μας κι ας γίνουμε αδερφοί Γκιλ. Υπάρχουν μιλιούνια εχθροί να πολεμήσουμε για να σωθεί η χώρα, ας μην αποδυναμώσουμε τις δυνάμεις μας με εσωτερικές διαμάχες».


«Μα την πίστη μου, εσύ πρέπει να βγάλεις αμέσως την πανοπλία σου και να βάλεις ράσο», είπε ειρωνικά ο Γκιλ. «έτσι όπως μιλάς περισσότερο για παπάς μου κάνεις παρά για ιππότη με κότσια».


«Γκιλ! Δεν αξίζει να με προκαλείς έτσι. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι δεν τα λέω όλα αυτά από φόβο να σε αντιμετωπίσω, αλλά από την επιθυμία μου εσύ κι εγώ να συνυπάρξουμε αρμονικά».


«Από μεριάς μου ούτε το επιθυμώ κι ούτε το περιφρονώ. Όταν γεννήθηκα, αυτές οι διαφωνίες ανάμεσα στους Αρπίντες και τους Ιτουριόζ υπήρχαν. Με αυτές μεγάλωσα, με αυτές και θα πεθάνω!»


«Πόσο λάθος κάνεις!» απάντησε ο Χουάν απογοητευμένος.


«Αυτό να μη σε απασχολεί εσένα», είπε απαξιωτικά ο Γκιλ. «Δεν σου πέφτει λόγος πώς σκέφτομαι εγώ και ούτε σου ζήτησα συμβουλή».


«Δεν σου προσέφερα συμβουλή. Κράτα το μίσος σου ζωντανό για όσο θες κι ας σε φωτίσει ο Θεός να είναι για λίγο. Αλλά ας χωρίσουμε σήμερα χωρίς να τραβήξουμε τα ξίφη μας από τις θήκες τους».


«Είσαι πολύ σοφός και διακριτικός Αρπίντες», είπε γελώντας ο Γκιλ. «Λες να μην είσαι μόνο δ…

More episodes
Search
Clear search
Close search
Google apps
Main menu